Άρτα
Εὐάγριος Μοναχός
ΜΕ ΟΛΗ ΣΟΥ τὴ δύναμη νὰ νηστεύεις μπροστὰ στὸν Θεό.῾Η νηστεία αὐτὴ θὰ καθαρίσει τὶς ἀνομίες καὶ τὶς ἁμαρτίες σου συμμορφώνει τὴν ψυχή, ἁγιάζει τὸ φρόνημα, διώχνει τοὺς δαίμονες καὶ μᾶς ἀξιώνει νὰ πλησιάζουμε τὸν Θεό. Ἂν φᾶς μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα μὴ θελήσεις καὶ δεύτερη, γιὰ νὰ μὴ γίνεις πολυδάπανος καὶ γιὰ νὰ μὴ κλονιστεῖ τὸ φρόνημά σου. Ἔτσι θὰ σοῦ μείνει περιουσία γιὰ νὰ κάνεις ἀγαθοεργίες καὶ θὰ νεκρώσεις τὰ πάθη τοῦ δικοῦ σου σώματος. Κι ἂν τύχει νὰ συναντηθεῖς μὲ ἀδελφοὺς καὶ χρειαστεῖ νὰ φᾶς καὶ δύο καὶ τρεῖς φορές, μὴ στενοχωρηθεῖς, ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ χαρεῖς ποὺ ὑπάκουσες σὲ μιὰ ἀνάγκη καὶ νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ ποὺ ἀκολούθησες τὸν νόμο τῆς ἀγάπης καὶ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θ᾽ ἀναλάβει τὴ διαχείριση τῆς ζωῆς σου. Καὶ ἀκόμη θὰ συμβεῖ κάποτε νὰ ἀρρωστήσεις καὶ νὰ χρειαστεῖ νὰ φᾶς δύο, τρεῖς ἢ πολλὲς φορές, ἀλλὰ μὴ λυπηθεῖς· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεχίζεις τοὺς κόπους τῆς ἄσκησης καὶ σὲ καιρὸ ἀρρώστειας ἀλλὰ νὰ ὑποχωρεῖς σὲ μερικὰ γιὰ νὰ μπορέσεις ἀκριβῶς νὰ συνεχίσεις τὴν ἄσκησή σου. Ὅσο γιὰ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένες τροφές, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καμμία δὲν ἀπαγόρευσε ἀλλὰ εἶπε: “σᾶς ἔδωσα τὰ πάντα σὰν νὰ εἶναι λάχανα νὰ τρῶτε χωρὶς δισταγμό”,καὶ “δὲν εἶναι τὰ φαγητὰ αὐτὰ ποὺ μολύνουν τὸν ἄνθρωπο”.῾Η ἀποχὴ λοιπὸν ἀπὸ ὁρισμένα φαγητὰ εἶναι δική μας ἐπιλογὴ καὶ ἄσκηση τῆς ψυχῆς.
14 Καὶ ἐξελθὼν εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. 19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
Ερμηνεία
14 Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ ἐρημικὸν καταφύγιόν του, εἶδε πολὺν λαὸν καὶ τοὺς συνεπάθησε πολὺ καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους των. 15 Ὅταν δὲ ἐπλησίαζε νὰ βραδυάσῃ, προσῆλθον εἰς αὐτόν οἰ μαθηταί του λέγοντες· Εἶναι ἔρημος ὁ τόπος καὶ ἡ ὤρα πλέον ἐπέρασε. Δῶσε διαταγὴν νὰ διαλυθοῦν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὰ χωρία καὶ νὰ ἀγοράσουν διὰ τοὺς ἑαυτούς των τροφάς. 16 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς εἶπε δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἀπέλθουν καὶ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Δώσατέ τους σεῖς νὰ φάγουν. 17 Ἀλλ’ ἐκεῖνοι τοῦ εἶπον· Δὲν ἔχομεν ἐδῶ παρὰ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια. 18 Ὁ δὲ Κύριος εἶπε· Φέρετέ τά μου ἐδῶ. 19 Καὶ ἀφοῦ παρεκίνησε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ νὰ ἑξαπλωθοῦν εἰς τὴν πρασινάδα, ἐπῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, καί, ἀφοῦ ἐσήκωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανόν, ηὐχαρίστησε καὶ ἐπεκαλέσθη τὸν Πατέρα του καὶ ἀφοῦ ἔκοψε τὰ ψωμιά, τὰ ἔδωκεν εἰς τοὺς μαθητὰς καὶ οἰ μαθηταὶ εἰς τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ. 20 Καὶ ἔφαγαν ὅλοι καὶ ἐχόρτασαν, καὶ ἐσήκωσαν ὅ,τι ἐπερίσσευσεν ἀπὸ τὰ κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμᾶτα. 21 Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἔφαγαν ἦσαν περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς νὰ συνυπολογίζωνται εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν γυναῖκες καὶ παιδιά. 22 Καὶ ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς διὰ νὰ μὴ παρασυρθοῦν οἱ μαθηταί του ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ πλήθους, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν ἀνακηρύξῃ βασιλέα, ἠνάγκασεν αὐτοὺς νὰ ἔμβουν εἰς τὸ πλοῖον καὶ νὰ περάσουν προτήτερα ἀπὸ αὐτὸν εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, ἕως ὅτου αὐτὸς διαλύσῃ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ.