Ἐκεῖνο τόν καιρό τόν κόσμο κυβερνοῦσε ὁ Καίσαρας Αὔγουστος. Ἡ παντοκρατορία του σ’ ὁλόκληρη τή γῆ εἶναι μιά εἰκόνα τῆς παντοκρατορίας τοῦ Θεοῦ στούς δύο κόσμους: τόν ὑλικό καί τόν πνευματικό. Ὁ πολυκέφαλος δράκοντας τῆς ἐξουσίας πού εἶχε προξενήσει ἀπό τήν ἀρχή τῆς πτώσης μεγάλη παρακμή στούς ἀνθρώπους, τώρα εἶχε μείνει μ’ ἕνα κεφάλι. Ὅλα τά γνωστά ἔθνη κι οἱ λαοί τῆς γῆς βρίσκονταν ἄμεσα ἤ ἔμμεσα στήν ἐξουσία τοῦ Καίσαρα Αὐγούστου, εἴτε πληρώνοντας σ ̓ αὐτόν φόρο υποτέλειας εἴτε ἀναγνωρίζοντας τούς ρωμαϊκούς ἀξιωματούχους καί τούς ρωμαϊκούς θεούς. Ὁ πόλεμος γιά ἐξουσία είχε σταματήσει. Ἡ μοναδική ἐξουσία πού κυβερνοῦσε τόν κόσμο ὁλόκληρο βρισκόταν στα χέρια του Καίσαρα Αὐγούστου. Πάνω ἀπ’ αὐτόν δέν ὑπῆρχε οὔτε ἄνθρωπος οὔτε καί Θεός. Αὐτοανακηρύχτηκε θεός κι οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν θυσίες στήν εἰκόνα του, σφάζοντας ζῶα. Από τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος κανένας ἄλλος ἄνθρωπος στή γῆ δέν εἶχε συγκεντρώσει τόση ἐξουσία καί δύναμη ὅση ὁ Αὔγουστος. Κυβερνοῦσε τόν κόσμο χωρίς ἀντίπαλο.
Εἶναι γεγονός πώς από τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ὁ πλασμένος ἀπό τό Θεό ἄνθρωπος ποτέ δέν εἶχε ἐξαθλιωθεῖ τόσο πολύ, δέν εἶχε ταπεινωθεῖ, δέν εἶχε ἔρθει σε τόση ἀπόγνωση ὅπως τήν ἐποχή αυτή. Τήν ἐποχή πού ἕνας ἄνθρωπος, μέ ὅλες τίς ἀδυναμίες καί τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων, μέ περιορισμένη ζωή ὅση περίπου μιᾶς ἰτιᾶς, μέ στομάχι, εντόσθια, συκώτι καί νεφρά, πού σέ λίγες δεκαετίες θα γινόταν τροφή τῶν σκουληκιῶν, στάχτη, ἕνας ἄνθρωπος πού τό ἄγαλμά του, πού στήθηκε τήν ἐποχή τῆς βασιλείας του, θά ἐπιβίωνε τῆς δικῆς του δύναμης καί βασιλείας.
Τήν ἐποχή ἐκείνη λοιπόν τῆς ἐξωτερικῆς εἰρήνης καί τῆς ἐσωτερικῆς ἀπόγνωσης, γεννήθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ ἀνθρώπινου γένους καί ἀνακαινιστής τῆς κτίσης. Γιατί δέ διάλεξε να γεννηθεῖ ὡς υἱός τοῦ παντοδύναμου Καίσαρα; Από μιά ἄποψη, ἔτσι θά μποροῦσε νά ἱδρύσει μια νέα θρησκεία χωρίς νά ὑποφέρει, χωρίς να ταπεινωθεῖ, δίχως να χύσει τό αἷμα Του καί νά φορέσει ἀκάνθινο στεφάνι, δίχως να σταυρωθεῖ καί νά ἐνταφιαστεῖ στό σκοτεινό τάφο. Μέ τήν ἀπόλυτη δύναμή του ὁ Καίσαρας θά μποροῦσε νά κάνει τα πάντα. Θά μποροῦσε νά δώσει μιά διαταγή κι ὅλα τά εἴδωλα τῆς αὐτοκρατορίας θά καταστρέφονταν μέσα σέ μιά μέρα. Ἔτσι θά ἔπαυε ἡ ψεύτικη λατρεία τους καί θά τήν ἀντικαθιστοῦσε ἡ πίστη στόν Ἕνα καί ἀληθινό Θεό, τό Δημιουργό οὐρανοῦ καί γῆς. Γιατί ἔπρεπε ὁ Χριστός νά γεννηθεῖ σ’ ἕνα ἄγνωστο ἔθνος, τούς Ἰσραηλῖτες, σ ̓ ἕνα ἄγνωστο χωριό, τη Βηθλεέμ, κι από μιά ἄγνωστη Παρθένο, τη Μαρία; Ήταν σοφή ἡ ἀπόφαση τοῦ Κυρίου να γεννηθεῖ μέσα σέ τόση ταπείνωση, να ζήσει, νά ὑπομείνει θάνατο, ν ̓ ἀναστηθεῖ καί νά περάσει μισός αιώνας ἀπό τή γέννησή Του γιά ν’ ἀκουστεῖ τὸ ὄνομά Του στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία; Δέ θά ἦταν πολύ καλλίτερο καί γρηγορότερο τό ἀποτέλεσμα ἄν εἶχε γεννηθεῖ στήν πρωτεύουσα τοῦ κόσμου, στήν ἔνδοξη Ρώμη, μέσα στο παλάτι τοῦ Καίσαρα; Τί θά γινόταν ἄν τό ἀστέρι ἀπό τήν Ανατολή φώτιζε τη Ρώμη; Πῶς θά φάνταζε ἄν οἱ ἄγγελοι ἔψαλλαν τούς ὕμνους τῆς εἰρήνης καί τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπό τή χρυσή ὀροφή τοῦ αὐτοκρατορικοῦ παλατιοῦ, ὥστε νά τούς ἀκούσουν οἱ πιό εὐγενεῖς καί ἰσχυροί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου κι ἔτσι να στραφοῦν καί νά προσκυνήσουν τό Χριστό ὡς Θεάνθρωπο καί Σωτήρα; Αν ὁ Χριστός ζοῦσε ἀπό μικρός στο παλάτι, δέ θά ‘κανε ὅλα τά παιδιά τῶν εὐγενῶν νά πιστέψουν στό εὐαγγέλιό Του; Αν εἶχε κάνει τήν περίφημη ὁμιλία Του μέ τούς μακαρισμούς στη ρωμαϊκή αγορά, δέ θά εἶχε μαλακώσει τις καρδιές τῶν δύο περίπου ἑκατομμυρίων κατοίκων τῆς Ρώμης; Ἔτσι σιγά σιγά, βῆμα βήμα, ἡ καινούργια πίστη θά γινόταν γνωστή, ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θά εἶχε ἱδρυθεῖ στή γῆ κι ὁ Χριστός θά εἶχε ἐνθρονιστεῖ, ὄχι στό θρόνο κάποιου βοσκοῦ βασιλιά πού λεγόταν Δαβίδ, ἀλλά στο θρόνο τοῦ παντοδύναμου Καίσαρα Αὐγούστου.
Τί θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς γι ̓ αὐτήν τήν ὑπόθεση; Τίποτα περισσότερο ἀπό τό ὅτι εἶναι μιά καταγέλαστη ἀνοησία. Ὁ Θεός ἄς μᾶς συγχωρήσει πού τολμήσαμε νά καταγράψουμε τέτοιες ανοησίες. Το κάνουμε ὅμως μέ καλή πρόθεση. Γιά νά διδαχτοῦν ἐκεῖνοι πού στό μυαλό καί τήν καρδιά τους περνᾶνε τέτοιες ἀνόητες σκέψεις ὅταν ἀσχολοῦνται μέ τή γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιά ν’ ἀποδείξουμε πόσο ανόητη εἶναι ἡ ὑπόθεση αὐτή (στήν οὐσία αὐτό εἶναι τόσο δύσκολο, ὅσο εἶναι νά φυσήξεις τη στάχτη πάνω ἀπό ἀναμένα κάρβουνα), θά θυμήσουμε ἁπλά στόν ἀναγνώστη πώς ὁ Θεός ἔπλασε τόν πρῶτο ἄνθρωπο ἀπό τήν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη Του. Ὅτι ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπό δυό βασικές ἀρχές: τήν ἐλευθερία καί τήν ὑπακοή. Ἡ ἐλευθερία συνίσταται στη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου να κατέχει τόν παράδεισο ὅπως νομίζει, μ ̓ ὅποιον τρόπο θέλει, να τρώει ἀπό κάθε καρπό πού παράγεται στον παράδεισο καί νά κουμαντάρει τά ζῶα ὅπως νομίζει. Ἡ ὑπακοή στό Θεό ἦταν ἡ καθοδηγητική αρχή τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο ὁ Θεός εἶναι τέλειος στήν ἐλευθερία Του καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό καθοδηγητικές αρχές, καθώς εἶναι ἄτρεπτος. Ἡ ὑπακοή ἀντιστάθμισε τήν ἀτελή σοφία καί ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, μαζί μέ τήν ἐλευθερία καί τή θέληση πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ἔγινε ἕνα τέλειο πλάσμα.
Ὁ Αδάμ γεύτηκε τήν ἐλευθερία του στόν παράδεισο μέ τό νά κουμαντάρει ἑκατομμύρια πλάσματα σ ̓ ὅλη τήν κτίση. Δέν εἶναι κι αυτή μιά μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀπεριόριστης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Ἡ ὑπακοή του Αδάμ μποροῦσε νά δοκιμαστεῖ σέ μιά μονάχα ἐντολή πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί πού ἀφοροῦσε σ ̓ ἕνα μονάχα πράγμα σ ̓ ὁλόκληρο τόν παράδεισο: στο δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Δέν εἶναι κι αυτή μιά ἀπόδειξη τῆς ἄπειρης ἀγάπης καί συγκατάβασης τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο;
Κάποια στιγμή ὅμως ὁ ̓Αδάμ κι ἡ Εὔα πλησίασαν στό δέντρο τῆς γνώσης. Καί τότε ἁμάρτησαν. Ἡ ταπείνωσή τους γύρισε σέ ὑπερηφάνεια, ἡ πίστη τους σέ ἀμφιβολία κι ἡ ὑπακοή τους σε παρακοή. Ἔτσι τό τέλειο πλάσμα τοῦ Θεοῦ ἔχασε τήν ἰσορροπία τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς καί τῆς θέλησής του, γιατί σκέφτηκε κι ἐπιθύμησε το κακό. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο απώθησε τό καθοδηγητικό χέρι τοῦ Θεοῦ κι ἔπεσε στή νεκρική ἀγκαλιά τοῦ σατανᾶ. Ἐδῶ εἶναι τό κλειδί πού ἐξηγεῖ ὅλα ὅσα συνέβησαν στό ἀνθρώπινο γένος. Ἐδῶ εἶναι τό κλειδί πού ἐξηγεῖ γιατί ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέ γεννήθηκε στη Ρώμη ὡς γιός του Καίσαρα Αὐγούστου, γιατί δέν ἐπέβαλε τή σωστική διδασκαλία Του μέ αὐτοκρατορική δύναμη και μέ διαταγές. Ὅταν τό παιδί σπρώχνει το χέρι τῆς μητέρας του κι ἐγγίζει τήν ἄβυσσο τοῦ κινδύνου, ποιά μάνα ντύνεται στά μεταξωτά καί φτιάχνει μαρμάρινη σκάλα γιά νά κατέβει στα βάθη τῆς ἀβύσσου νά σώσει τό παιδί της;
Ὁ Θεός θά μποροῦσε νά περιφρουρήσει τό δέντρο στόν παράδεισο με φωτιά τόσο μεγάλη καί δυνατή, ὥστε ὁ Αδάμ κι ἡ Εὔα νά μήν μποροῦν νά πλησιάσουν. Τί θά γινόταν τότε ὅμως ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγαπημένης ὕπαρξης πού ἔπλασε ὁ Θεός, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ μικροῦ αὐτοῦ θεοῦ; Τί διαφορά θά εἶχε τότε ὁ ὑπέροχος ἄνθρωπος ἀπ ̓ ὅλα τ’ ἄλλα πλάσματα πού δέν ἀξιώθηκαν νά ‘χουν τέτοια ἐλευθερία;
Γιά τό Θεό θά ἦταν πολύ εὔκολο νά γεννηθεῖ ὁ Σωτήρας στη Ρώμη, να κληθεί γιός τοῦ Καίσαρα καί μέ διαταγή, φωτιά καί ξίφος, ὅπως ἔκανε ὁ Μωάμεθ, να ἐπιβάλει τή νέα πίστη στήν ἀνθρωπότητα. Τί θά γινόταν τότε ὅμως ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγαπημένης ὕπαρξης πού ἔπλασε ὁ Θεός, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ μικροῦ αὐτοῦ θεοῦ;
Θά μποροῦσε ὁ Θεός νά ἐπιλέξει κάποιον εὐκολότερο τρόπο. Δέν εἶχε ἀνάγκη νά στείλει τό μονογενή Υιό Του στόν κόσμο, ἀλλά νά στείλει ἕναν ὁλόκληρο στρατό μέ ἁγίους ἀγγέλους καί νά ἠχήσουν οἱ σάλπιγγές τους ἀπό τή μιά ἄκρη τῆς γῆς στήν ἄλλη. Οἱ ἄνθρωποι τότε θά ‘πεφταν στα γόνατα με φόβο καί τρόμο, θ ̓ ἀναγνώριζαν τόν ἀληθινό Θεό καί θά ἐγκατέλειπαν τή λατρεία τῶν εἰδώλων. Καί πάλι ὅμως, τί θά γινόταν τότε ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγαπημένης ὕπαρξης πού ἔπλασε ὁ Θεός, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ μικροῦ αὐτοῦ θεοῦ;
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔπρεπε νά δείξει, τόσο καθαρά ὅσο εἶναι ὁ ἥλιος, τέσσερα πράγματα πού ὁ ἄνθρωπος, ἀλλοτριωμένος πιά καί μέ σκοτισμένο νοῦ, εἶχε ρίξει στή λήθη:
α) τήν ταπεινή, υλική ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό,
β) τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο,
γ) τή χαμένη βασιλική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου και, τελευταῖο,
δ) τή βασιλική δύναμη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔδειξε ταπεινή, υλική υπακοή μέ τό ν’ ἀποφασίσει να γεννηθεί κατά σάρκα σάν ἄνθρωπος. Το ταπεινωμένο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἦταν γι’ αὐτόν ἕνα σπήλαιο πιό ταπεινωτικό κι ἀπό τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Ἔδειξε ἀκόμα τήν ταπείνωσή Του μέ τό νά γεννηθεῖ μέσα στη φτώχεια, χωρίς καμιά εὐκολία κι ἄνεση πού ἀπαιτεῖ ἡ ζωή. Γεννήθηκε σ ̓ ἕνα ἄγνωστο ἔθνος, σ ̓ ἕνα ἀκόμα πιό ἄγνωστο χωριό κι ἀπό μιά μητέρα ἐντελῶς ἄγνωστη στον κόσμο. Ο Νέος Αδάμ ἔπρεπε να θεραπεύσει τόν παλαιό Αδάμ ἀπό τήν παρακοή και τήν ὑπερηφάνεια. Το φάρμακο ἦταν ἡ ὑπακοή κι ἡ ταπείνωση. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος δέν ἦρθε στόν κόσμο ἀπό τήν ὑπερήφανη Ρώμη ἀλλά ἀπό τή Βηθλεέμ, δέ γεννήθηκε στήν αὐτοανακηρυγμένη θεία οἰκία τοῦ Αὐγούστου, ἀλλά στόν ταπεινό οἶκο τοῦ Δαβίδ.
Ἡ πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφτηκε ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ μέ τά πάθη πού ὑπόμεινε γιά τό ἀνθρώπινο γένος. Πῶς θά μποροῦσε ὁ Κύριος να δείξει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τά πάθη καί τά βάσανά Του ἄν εἶχε γεννηθεί στη Ρώμη, στά παλάτια τοῦ Καίσαρα; Ὅποιος ἔχει μάθει να διατάζει καί νά κυβερνᾶ, τά βάσανα τά λογαριάζει ταπεινωτικά.
Τή βασιλική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου στη φύση, στή σωματική κι αἰσθητική του φύση, ὅπως καί στήν κτίση πού τόν περιβάλλει, τήν ἔδειξε ὁ Κύριος Ἰησοῦς μέ τίς μακρές νηστείες Του, μέ τήν ἀφοβία Του μπροστά σ’ ὅλους τούς κινδύνους καί τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς καί μέ τά θαύματά Του, μέ τά ὁποῖα ἀποκαλύφτηκε ἡ δύναμή Του στη φύση.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔδειξε τή βασιλική δύναμη τοῦ Θεοῦ στή ζωή καί τό θάνατο πιό καθαρά μέ τήν ἔνδοξη ἀνάστασή Του ἐκ νεκρῶν.
Ἄν ὁ Χριστός εἶχε γεννηθεῖ στή Ρώμη, ὡς γιός τοῦ Καίσαρα Αὐγούστου, ποιός θά πίστευε ὅτι νηστεύει, ὅτι κάνει θαύματα ἤ ὅτι ἀναστήθηκε; Δέ θά ‘λεγε ὁ κόσμος πώς ὅλα ἦταν προσχεδιασμένα, πώς διαδόθηκαν μέ ὑπερβολή ἀπό μιά προπαγάνδα καί μέ τή χρήση τοῦ αὐτοκρατορικοῦ χρυσοῦ;
Τελικά πρέπει νά παραδεχτοῦμε πώς ἡ ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶχε τά ὅριά της. Καί τά ὅρια αὐτά τά ἔθετε ἡ ἁμαρτία. Μέσα ἀπό τόση ἀκαθαρσία (ἀκαθαρσία πνευματική, ἠθική καί φυσική) τῆς Ρώμης καί τοῦ παλατιοῦ τοῦ Καίσαρα, ὁ Θεός δέ θά μποροῦσε νά κατέβει στή γῆ. Ἐκεῖνος τοῦ Ὁποίου καθῆκον ἦταν να καθαρίσει τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τή βρωμιά τῆς ἁμαρτίας ἔπρεπε νά γεννηθεῖ μέσα σέ ἁγνότητα, ἀθωότητα κι ἀναμαρτησία.
Είναι φανερό πώς ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ πού ἐνήργησε στη γέννηση τοῦ Σωτήρα μας (δηλαδή ἡ ἐπιλογή τοῦ ἔθνους, τῆς φυλῆς, τοῦ τόπου, τῆς μητέρας) εἶναι τόσο ἀνεξιχνίαστη, ὅσο κι ἡ σοφία πού ἔδειξε κατά τή δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Θεός δέν τά κάνει σάν μάγος, ἀλλά σάν νοικοκύρης. Δημιουργεῖ ἀργά, ἀλλά χτίζει σέ γερά θεμέλια. Σπέρνει καί περιμένει να φυτρώσει ὁ σπόρος, να βγάλει στήν ἀρχή ἄνθος καί μετά καρπό. Ὑπομένει καρτερικά χιλιάδες ἀνατροπές, γιά νά καταγάγει στο τέλος αἰώνια νίκη.
Ἐκεῖνες τίς μέρες ὁ Καίσαρας ἔδωσε ἐντολή να γίνει ἀπογραφή σ’ ὅλη τήν οἰκουμένη. Κάθε ἄνθρωπος ἔπρεπε νά πάει στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του γιά νά ἀπογραφεῖ ἐκεῖ. Τί ὑπερηφάνεια κρύβει ἡ ἐνέργεια αυτή γιά τόν κυρίαρχο αὐτοῦ τοῦ κόσμου! Τί ταπείνωση γιά τούς ἀνθρώπους! Κάθε τί πού μηχανεύεται ὁ σατανάς ὅμως γιά νά ταπεινώσει τό Θεό, γυρίζει ἐναντίον του. Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ τόν ταπεινώνει. Ὁ Θεός δοξάζεται και προχωρεῖ στό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Μέ ὅπλο τήν ὑπέρτατη ἐξουσία τοῦ Καίσαρα στή γῆ, ὁ σατανάς ἐπιχειρεῖ νά πλήξει το Θεό, να τόν ταπεινώσει. Ὁ Θεός ὅμως ἀξιοποίησε τήν ἐξουσία αὐτή γιά νά φέρει εἰρήνη στον κόσμο τότε πού ὁ βασιλιάς τῆς εἰρήνης ἔμελλε ν’ ἀποκαλυφτεῖ στόν κόσμο. Μέ πρόσχημα μια γενική ἀπογραφή ὁ σατανάς θέλησε να δώσει ἔμφαση στήν ὑποδούλωση ὅλων τῶν ἀνθρώπων σ ̓ ἕναν ἄνθρωπο, πλασμένο ἀπό τό Θεό. Ὁ Θεός ἀξιοποίησε τήν ἀπογραφή αὐτή γιά νά ἐκπληρωθεῖ ἡ προφητεία πώς ὁ Σωτήρας μας θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ.
Ἐκεῖνες τίς μέρες λοιπόν «ἀνέβη καί Ἰωσήφ ἀπό τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρέτ εἰς τήν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυίδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διά τό εἶναι αὐτόν ἐξ οἴκου καί πατριᾶς Δαυίδ» (Λουκ. β’4). Ἡ ἀπόσταση ἀπό τή Ναζαρέτ στη Βηθλεέμ εἶναι τρεῖς μέρες μέ τά πόδια. Ἡ Ἁγία Παρθένος ἦταν ἔγκυος. Εἶναι προφανές λοιπόν ὅτι ἡ ἁγία οἰκογένεια θά χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο γιά νά φτάσει στην πόλη τοῦ Δαβίδ. Πόσο δύσκολο, πόσο κουραστικό πρέπει νά ‘ταν τό ταξίδι αὐτό! Πρῶτα ἔπρεπε νά διασχίσουν τη μεγάλη καί μονότονη πεδιάδα τῆς Γαλιλαίας, μετά ν’ ἀνεβοκατέβουν τά βουνά τῆς Σαμάρειας και μετά να περάσουν μέσα ἀπό τήν κακοτράχαλη και γεμάτη ἀγκάθια ἔρημο τῆς Ἰουδαίας. Κι ἂν ἀκόμα στη μακρά καί δύσβατη αὐτή διαδρομή, ἐκτός ἀπό τήν κούραση δέν πείνασαν, σίγουρα δίψασαν, καθώς σ’ ὅλο αὐτό τό δρόμο ὑπάρχουν μόνα τρεῖς πηγές. Εὔκολα μπορεῖ νά φανταστεί κανείς πόσα πλήθη συνωστίζονταν σέ κάθε μιά ἀπό τίς πηγές αὐτές τόν καιρό τῆς ἀπογραφῆς. Ὁ ταπεινός καί ὑπάκουος Κύριος ὅμως ἦρθε στον κόσμο ἀπό ἕναν κακοτράχαλο δρόμο, ταξιδεύοντας σ ̓ αὐτόν μέσα στην κοιλιά τῆς μητέρας Του. Ὁ Καίσαρας ἔδωσε ἐντολή να μετρηθοῦν ὅλοι οἱ ὑπήκοοί του. Κι Ἐκεῖνος στόν Ὁποῖο ὑπακούουν τα Σεραφείμ πήγαινε ὑπάκουα γιά νά καταγραφεῖ σάν ὑπήκοος τοῦ ἐπίγειου Καίσαρα. Προτοῦ πεῖ στόν πρόδρομο κι ἐξάδελφό του ὅτι «πρέπον ἐστίν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. γ’ 15), τό εἶχε κιόλας ἐφαρμόσει αὐτό «ἐκ κοιλίας μητρός». Καί προτοῦ διατυπώσει τή διδασκαλία Του, «ἀπόδοτε τοίνυν τα Καίσαρος Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», τό εἶχε ἐφαρμόσει κυριολεκτικά προτοῦ βγεῖ ἀπό τήν κοιλιά της Μητέρας Του.
Ὁ Ἰωσήφ ἀνέβηκε στη Βηθλεέμ «ἀπογράψασθαι σύν Μαριάμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ» (Λουκ. β ́5). Ὁ ἅγιος Εὐαγγελιστής Λουκᾶς τόσο μέ τή σοφία του ὅσο καί μέ τήν ἔμπνευση καί τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δίνει ιδιαίτερη ἔμφαση στο γεγονός τῆς ὑπερφυσικῆς σύλληψης τῆς Παρθένου. Σε ὅλους ἐκείνους πού ἴσως σκανδαλίζονται μέ τό γεγονός αὐτό, ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἔρχεται να καθησυχάσει τή συνείδησή τους. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἦταν γιατρός, ἀρχικά τῶν σωμάτων, ἀργότερα καί τῶν ψυχῶν. Σαν σπουδασμένος γιατρός τῶν σωμάτων, προφανῶς εἶχε μελετήσει καί γνώριζε καλά τά αἴτια καί τ’ ἀποτελέσματα τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Είχε όμως τήν ἔμπνευση, ἀλλά καί τό θάρρος, να διαβεβαιώσει καί ν’ ἀποτυπώσει στό χαρτί ἕνα μοναδικό γεγονός. Ἕνα γεγονός κατά τό ὁποῖο ἀνώτερες δυνάμεις ἐπενέβησαν στούς φυσικούς νόμους και μια ζωή ἦρθε στήν ὕπαρξη μ’ ἕναν ἐξαιρετικά ἀσύλληπτο καί ὑπερφυσικό τρόπο.
Μιά μαρτυρία σάν κι αὐτή ἀπό ἕνα γιατρό ἔχει πραγματικά ἀνεκτίμητη αξία. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἐπισημαίνει περισσότερο ἀπ ̓ ὅλους τούς ἄλλους εὐαγγελιστές τή σύλληψη τῆς Παρθένου Μαρίας. Πρῶτα πρῶτα ἀναφέρει περισσότερα γιά τή συνομιλία τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ μέ τήν ἁγία Παρθένο (βλ. Λουκ. α’26-38). Ἐδῶ μᾶς λέει πώς ὁ Ἰωσήφ ταξίδεψε στη Βηθλεέμ μαζί μέ τή Μαρία, τή μνηστή του, πού ἦταν ἔγκυος, γιά ν’ ἀπογραφοῦν. Αναφερόμενος στη γενεαλογία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ λέει: «Καί αὐτός ἦν ὁ Ἰησοῦς ὡσεί ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόμενος, ὤν, ὡς ἐνομίζετο, υἱός Ἰωσήφ, τοῦ Ἡλί» (Λουκ. γ’23). Αυτό σημαίνει πώς ὁ Ἰησοῦς δέν ἦταν ὅπως νόμιζε ὁ κόσμος γιός τοῦ Ἰωσήφ, ἀλλά Υἱός τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι πραγματικά ἴσως ἡ πιό θαυμαστή καί στοργική πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνθρωπότητα. Γιά χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων ὁ Θεός μετέστρεψε τό Σαούλ, τό μεγαλύτερο διώκτη τῶν χριστιανῶν, στό μεγαλύτερο ὑπερασπιστή τοῦ χριστιανισμοῦ, τόν Παῦλο. Το Λουκᾶ, το γιατρό τῶν σωμάτων, τόν μετέστρεψε στο μεγαλύτερο μάρτυρα ἑνός μοναδικοῦ πνευματικοῦ γεγονότος αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Μ ̓ ὅλο πού ὁ Ἰωσήφ ἦταν ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ κι ὁ Δαβίδ καταγόταν ἀπό τή Βηθλεέμ, οὔτε ὁ Δαβίδ οὔτε ὁ τελευταῖος ἀπόγονός του δέν εἶχαν κάποιο συγγενή στη Βηθλεέμ. Ὁ Ἰωσήφ πῆγε στή Βηθλεέμ πού μόνο ἱστορικά καί πνευματικά ἦταν ἡ πόλη του. Τίποτ’ ἄλλο δέν τόν συνέδεε μαζί της. Δέν ὑπῆρχε κανένας συγγενής γιά νά τόν ὑποδεχτεῖ, οὔτε κάποιος γνωστός ἤ φίλος. «Οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι». Τα σπίτια ἀνῆκαν σέ ἄλλους, ὅπου οἱ οἰκοδεσπότες περίμεναν συγγενεῖς καί φίλους. Ὁ Ἰωσήφ ἔψαξε ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ μά δέ βρῆκε τίποτα, παρά μονάχα ἕνα σπήλαιο ὅπου οἱ βοσκοί μάζευαν τά ζωντανά τους.
Ἡ Ἰουδαία ἦταν γεμάτη από τέτοια σπήλαια. Ἐδῶ ὑπῆρχαν τά σπήλαια τῶν προφητῶν, τοῦ Μανασσῆ, ἐδῶ εἶναι τά σπήλαια τοῦ ὁσίου Σάββα του Ηγιασμένου, τοῦ ὁσίου Χαρίτωνα, τοῦ Χοτζεβᾶ. Ὑπάρχουν σπήλαια πάνω ἀπό τή Νεκρά Θάλασσα, ἐκεῖ ὅπου ὁ Δαβίδ κρύφτηκε ὅταν τόν κυνηγοῦσε ὁ Σαούλ, σπήλαια στό ὄρος τῶν πειρασμῶν. Κι ὅλα αὐτά, καθώς καί ἄλλα σπήλαια, μετά τή δόξα πού ἔλαβε τό σπήλαιο της Βηθλεέμ, ἔλαμψαν κι αὐτά μέ τό φῶς τῶν ἁγίων. Κι ὑπάρχουν κι ἄλλα πολλά σπήλαια ὅπου οἱ Βεδουίνοι ποιμένες σταλιάζουν τα πρόβατά τους μέχρι σήμερα, ὅπως μπορεῖ νά διαπιστώσει ὁ προσκυνητής τῶν Ἁγίων Τόπων.
«Καί ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον, καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. β’7). Ἐδῶ, ὅπως καί στό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου, πρέπει νά διαχωρίσει κανείς τή λέξη «πρωτότοκος» ἀπό τή λέξη «αὐτῆς» που προηγήθηκε. Ἡ λέξη πρωτότοκος δέν ἀναφέρεται στόν υἱό τῆς ἁγίας Παρθένου. Μιλάει γιά τό θεῖο Πρωτότοκο, τό μονογενή Υἱό τοῦ Θεοῦ πού στη νέα κτίση εἶναι «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (Ρωμ. η’29). Εἶναι ὁ μυστικός Πρωτότοκος στή βασιλεία τῆς ̔Αγίας Τριάδας στήν αἰωνιότητα, ὁ ἱστορικός Πρωτότοκος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁρατῆς καί τῆς ἀόρατης βασιλείας Του.
Καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ. Τά καθαρά ἄχυρα εἶναι καλλίτερα ἀπό τά βρώμικα μετάξια. Πόσο πιό ἀναμάρτητη εἶναι ἡ φάτνη ἀπό τό παλάτι τοῦ Καίσαρα, τό σπήλαιο ἀπό τή Ρώμη, τήν πρωτεύουσα τοῦ ἐξουσιαστῆ τοῦ κόσμου τούτου. Ἄσε τό θεῖο βρέφος ν’ ἀνακλιθεί στη φάτνη λοιπόν, στο σπήλαιο! Τα πρόβατα κι οἱ ἀγελάδες δέ γνωρίζουν ἁμαρτία, οἱ βοσκοί ξέρουν πολύ λιγότερα τέτοια πράγματα ἀπό ἄλλους. Γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ φῶς ὑπάρχει ἐκεῖ πού δέν ὑφίσταται ἁμαρτία. Ἡ ζεστασιά εἶναι ἐκεῖ πού ὁ ἀέρας τῆς ἁμαρτίας δέ γεμίζει τά στήθη. Ποιός ξέρει πόσες φορές νά πῆγε στό σπήλαιο αὐτό ὁ Δαβίδ, ὁ γιός τοῦ Ἰεσσαί; Ἴσως νά ξεκίνησε ἀπό ἐκεῖ γιά ν’ ἀναμετρηθεῖ μέ τό Γολιάθ, πού τόν σκότωσε μέ μιά πέτρα τῆς σφεντόνας του, ἐνῶ ἐκεῖνος ἦταν ὁπλισμένος ὥς τά δόντια. Τώρα στο σπήλαιο αὐτό κεῖται τό νεογέννητο βρέφος πού, κατά τούς νόμους τῶν ἀνθρώπων, εἶναι ἀπόγονος τοῦ ἴδιου αὐτοῦ βοσκοῦ Δαβίδ. Κι αὐτό τό βρέφος θ ̓ ἀναμετρηθεί μ’ ἕναν φοβερό Γολιάθ, το σατανά, πού βασιλεύει στήν Ἱερουσαλήμ μεταμφιεσμένος σέ Γολιάθ Ἡρώδη, στή Ρώμη μεταμφιεσμένος σέ Γολιάθ Καίσαρα, στον κόσμο ὁλόκληρο μεταμφιεσμένος σε Γολιάθ ἁμαρτία καί στό μέγιστο ὅλων τῶν Γολιάθ τό θάνατο. Ολόκληρος ὁ στρατός τῶν δαιμόνων εἶναι ὁπλισμένος ὥς τά δόντια καί θά καγχάσει ἄν δεῖ τόν Ἰησοῦ να βαδίζει ἐναντίον του μέ κάποιο φαινομενικά ἄχρηστο ὅπλο, ὅπως κι ὁ Γολιάθ κάγχασε ὅταν εἶδε τό Δαβίδ μέ τή σφεντόνα του. Το νικηφόρο όπλο τοῦ Ἰησοῦ θά ‘ναι κάτι πιό ἁπαλό ἀπό τήν πέτρα. Θά εἶναι ξύλινο, ἕνας ξύλινος σταυρός.
Ἦταν νύχτα, μιά ἤρεμη νύχτα. Οἱ ταλαιπωρημένοι ταξιδιῶτες-ὑπήκοοι τοῦ Καίσαρα ἀναπαύονταν, ἀναπλήρωναν μέ τόν ὕπνο τίς δυνάμεις τους. Μόνο οἱ ποιμένες ἀγρυπνοῦσαν, παρέμεναν «ἀγραυλοῦντες καί φυλάσσοντες φυλακάς τῆς νυκτός ἐπί τήν ποίμνην αὐτῶν» (Λουκ. β ́8). Τό σπήλαιο της Βηθλεέμ πρέπει νά ‘ταν ἔξω ἀπό τήν πόλη, διαφορετικά δέ θά μποροῦσαν νά τό χρησιμοποιοῦν οἱ ποιμένες. Αργότερα ὅμως πού τό σπήλαιο αὐτό ἔγινε ὁ πιό σπουδαῖος τόπος τῆς Βηθλεέμ, ἡ πόλη μεγάλωσε πολύ καί τό περικύκλωσε. Μισή ὥρα ἀνηφορικός δρόμος ἀπό τή Βηθλεέμ ὑπάρχει ἕνα χωριουδάκι, γνωστό ὡς «τῶν ποιμένων». Ἡ παράδοση λέει πώς στό χῶρο αὐτό ἔβαζαν οἱ ποιμένες τα πρόβατα. Από τή συνομιλία πού εἶχαν μέ τούς ἀγγέλους πού τούς ἐμφανίστηκαν, συμπεραίνουμε πώς οἱ ποιμένες θά πρέπει νά βρίσκονταν σέ κάποια ἀπόσταση καί ἀπό τό σπήλαιο καί ἀπό τή Βηθλεέμ: «Διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός» (Λουκ. β’ 15).
Ἡ ἀληθινή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἴδια ἡ Αγία Γραφή, μᾶς γνωρίζει πώς ὅταν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκαν στούς ἀγραυλοῦντες ποιμένες, ἡ δόξα τοῦ Κυρίου τούς κάλυψε καί κεῖνοι φοβήθηκαν ὑπερβολικά. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ πού φωτίζει τούς ἄγγελους και τούς δίκαιους εἶναι θαυμαστή. Πολλοί ἄνθρωποι ἀξιώθηκαν νά δοῦν στή ζωή τους σωματικά τό φῶς αὐτό τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ περιγράφει αὐτό πού εἶδε ὁ ἴδιος: «Καί εἶδον . . . ὡς ὅρασιν πυρός καί τό φέγγος αὐτοῦ κύκλῳ. ὡς ὅρασις τόξου, ὅταν ἡ ἐν τῇ νεφέλῃ ἐν ἡμέραις ὑετοῦ, οὕτως ἡ στάσις τοῦ φέγγους κυκλόθεν. αὕτη ἡ ὅρασις ὁμοιώματος δόξης Κυρίου· καί εἶδον καί πίπτω ἐπί πρόσωπόν μου» (Ιεζ. Α’27-28).
Ὁ ἄγγελος πού ἦταν καλυμμένος μέ τήν οὐράνια δόξα καθησυχάζει τους ποιμένες μέ τά ἑξῆς λόγια: «Μή φοβεῖσθε· ἰδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ. ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαβίδ. καί τοῦτο ὑμῖν τό σημεῖον εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ» (Λουκ. β ́10-12).
Στη Νέα Κτίση οἱ ἄγγελοι λειτουργοῦν ὡς κήρυκες τοῦ Δημιουργοῦ. Ἄγγελος ἐμφανίστηκε ἀρχικά στην ἁγία Παρθένο Μαρία, μετά στο δίκαιο Ἰωσήφ, τώρα στούς ποιμένες. Καί θά συνεχίσουν οἱ ἄγγελοι νά ἐμφανίζονται στούς «μάγους ἐξ Ἀνατολῶν». Τα πάντα γίνονται σύμφωνα μέ τίς ἀνάγκες τοῦ σχεδίου καί τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀρχάγγελος χαιρέτησε τήν ἁγία Παρθένο μέ τό «Χαίρε». Παρόμοια λέξη χρησιμοποιήθηκε πρός τούς ποιμένες: «Ιδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην». Ὅταν οἱ μάγοι είδαν τόν ἀστέρα στόν οὐρανό «ἐχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα» (Ματθ. β ́10). Ὁ Χριστός εἶναι πηγή ἀνέκφραστης χαρᾶς. Ἔρχεται γιά νά ἐλευθερώσει τους δεσμῶτες. Μπορεῖ νά νιώσει κανείς μεγαλύτερη χαρά ἀπ’ αὐτήν; Καί μόνο ἡ φωνή του εἶναι γλυκύτερη καί πολύ πιό ζωοδότρα ἀπό ἐκείνην τῶν ἀγγέλων. Ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας ἄκουσε τη γλυκύτατη αὐτή ἀγγελική φωνή να ψάλλει: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τής δόξης αὐτοῦ» (Ησ. στ ́3). Κι ὁ μέγας μύστης τῶν μυστηρίων τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, γράφει γιά τό όραμά του μέ τούς ἀγγέλους: «Καί εἶδον καί ἤκουσα ὡς φωνήν ἀγγέλων πολλῶν κύκλῳ τοῦ θρόνου καί τῶν ζώων καί τῶν πρεσβυτέρων, καί ἦν ὁ ἀριθμός αὐτῶν μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων» (Αποκ. ε ́11).
Τέτοια οὐράνια δόξα ἀποκαλύφτηκε καί στούς ποιμένες τῆς Βηθλεέμ. Ως τότε μόνο ἐκλεκτά πρόσωπα, ἀτομικά, εἶχαν ἀξιωθεῖ νά δοῦν τέτοια δόξα. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη φορά που συναντάμε στην Αγία Γραφή ὁλόκληρη ὁμάδα θνητῶν ἀνθρώπων νά βλέπουν καί ν ̓ ἀκοῦνε χορεία ἀγγέλων. Αὐτό εἶναι ἕνα σημεῖο πώς μέ τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στή γῆ ἀνοίχτηκε ὁ οὐρανός γιά ὅλους ἐκείνους πού τόν ἀναζητοῦν μέ καρδιακή καθαρότητα.
Ἡ ἐμφάνιση αὐτή τοῦ ἀγγέλου μᾶς γνωρίζει και κάτι καινούργιο, κάτι πού δέν τό εἴχαμε ξανασυναντήσει στην Αγία Γραφή. Εἶναι ὁ νέος ἀγγελικός ὕμνος. Ὁ μεγάλος προφήτης Ησαΐας τούς εἶχε ἀκούσει νά ψάλλουν τό «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος σαβαώθ…». Αὐτός εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως οἱ ἄγγελοι μπροστά στούς ποιμένες ψάλλουν ἕναν καινούργιο ὕμνο, πού θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ ὕμνος τῆς σωτηρίας.
«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ὡς πρῶτο τους μέλημα να δοξολογοῦν μέ ἀγαλλίαση καρδίας τόν ἐν Ὑψίστοις Θεό, κι ὄχι κάποιον θεό-ανθρώπινο κατασκεύασμα, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, τότε ἔρχεται εἰρήνη στή γῆ καί εὐδοκία (καλή θέληση, διάθεση) στούς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἦρθε στόν κόσμο ὥστε ἡ γῆ ὁλόκληρη ν ἀναστηθεῖ καί νά δοξολογήσει τόν ἐν Ὑψίστοις Θεό, νά δεχτεῖ τήν ἐπί γῆς εἰρήνη καί τήν εὐδοκία στούς ἀνθρώπους. «Εγώ Κύριος ὁ Θεός . . . ὁ ποιῶν εἰρήνην» (Ησ. Με 6-7).
Ὅσο καιρό ὁ προπάτοράς μας Αδάμ δοξολογοῦσε ἀκατάπαυστα, μέ ὅλη του την καρδιά, τό Θεό, ἡ γῆ ἦταν εἰρηνική, τό σῶμα του δέν ἔπασχε ἀπό ἐπιθυμίες ἤ πάθη. Τό πνεῦμα του ἦταν σε πλήρη ἁρμονία μέ τήν ψυχή του. Ὁ ἴδιος ἦταν γεμάτος καλή θέληση κι ἀγάπη τόσο πρός τό Δημιουργό του ὅσο καί πρός ὅλα τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ πού τόν περιέβαλαν. Ὅταν ὅμως ἁμάρτησε, ἡ καρδιά του γέμισε φόβο, τα χείλη του μούδιασαν ἀπό τρόμο κι ὅλη του ἡ ὕπαρξη ἔγινε ἀνήσυχη. Οἱ κακές ἐπιθυμίες ἄρχισαν να φυτρώνουν καί ν ̓ ἀναπτύσσονται πολύ γρήγορα, ὅπως τά ὄνειρα. Κυριεύτηκε ἀπό ἐπιθυμίες κακές ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, τῆς γυναίκας του, ὅλων τῶν πλασμάτων τοῦ παραδείσου καί τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του. Τότε ἔνιωσε πώς ήταν γυμνός καί προσπάθησε να κρυφτεῖ ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι, ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ Αδάμ ὥς τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, μόνο ὁρισμένοι δίκαιοι ὅπως ὁ ̓Αβελ, ὁ Ἐνώχ, ὁ Νῶε, ὁ ̓Αβραάμ, ὁ Ἰσαάκ κι ὁ Ἰακώβ μποροῦσαν νά δοξολογοῦν τόν ἐν Ὑψίστοις Θεό καί ν’ ἀποκτήσουν εἰρήνη κι εὐδοκία στή γῆ. Οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι εἶχαν ἐπιδοθεῖ στή δοξολογία διαφόρων θεῶν, εἰδώλων ἤ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Οἱ ἄνθρωποι μάχονταν μεταξύ τους γιά τό ποιόν θεό νά λατρεύουν. Στή γῆ ὑπῆρχε μεγάλη ταραχή κι ἀνησυχία ἐπειδή εἶχαν σταματήσει οἱ ἄνθρωποι νά δοξολογοῦν τόν ἀληθινό Θεό κι εἶχαν δοθεῖ στή δοξολογία τῶν ψεύτικων, τῶν φανταστικῶν θεῶν. Κι ἀπό τήν ἀνησυχία αὐτή προέκυψε ἡ κακή προαίρεση τῶν ἀνθρώπων, πού τούς ὁδήγησε στον Πύργο της Βαβέλ καί στή φωτιά τῆς κόλασης.
Μέ τή Νέα Κτίση, πρέπει να τονίσουμε τα τρία αὐτά πράγματα πού ἔκαναν εὐτυχισμένο τόν Αδάμ στόν παράδεισο. Γι’ αὐτό κι ὅταν γεννήθηκε ὁ Νέος Αδάμ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς στή γῆ, τά τάγματα τῶν ἀγγέλων ἔψαλλαν τόν ὕμνο τῆς σωτηρίας:
«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι στις Επιστολές τους δοξολογοῦν κι αἰνοῦν τόν Ὕψιστο Θεό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφωνεῖ: «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Εφ. β’14). Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκουν πώς τά καλά ἔργα δέν ἀξιολογοῦνται ἀπό τό πλῆθος καί τό μέγεθός τους, ἀλλ’ ἀπό τήν καλή διάθεση του δότη. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος στίς Ὁμιλίες του στά εὐαγγέλια, «δέν ὑπάρχει γιά τό Θεό πλουσιώτερο δῶρο ἀπό τήν καλή θέληση».
Μετά ἀπό αὐτό τό γεγονός, τό μοναδικό στήν ἀνθρώπινη ἱστορία, οἱ ἄγγελοι χάθηκαν ἀπό μπροστά τους κι ἄφησαν τούς ποιμένες να χαίρονται καί ν ̓ ἀποροῦν.
«Διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός, ὅ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν» (Λουκ. β’15). Γιατί δέν εἶπαν πώς τό γεγονός τούς τό ἀποκάλυψε «ὁ ἄγγελος» ἀλλά εἶπαν ὁ Κύριος; Επειδή ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ παρουσιάστηκε μπροστά τους μέ τέτοια λαμπρότητα καί τέτοιο ἐκτυφλωτικό κάλλος, πού ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δέν μποροῦσε νά φανταστεί πώς ὁ Κύριος, ὁ ἴδιος ὁ Παντοκράτορας θά ἦταν πιό ὡραῖος ἤ πιο λαμπερός. Καί γιά ἕναν ἄλλο λόγο ὅμως. Επειδή στήν Αγία Γραφή οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ συνήθως ἀποκαλοῦνται «Κύριοι». Κι αὐτό προκύπτει από τό γεγονός ὅτι οἱ Ἰσραηλίτες ἦταν αὐστηρά προσηλωμένοι στήν πίστη τους στόν ἕνα Θεό κι εἶχαν συνηθίσει νά τά πληροφοροῦνται ὅλα ἀπό ἄγγελο, ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ.
Καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός. Δέν εἶπαν οἱ ποιμένες, «ἄν ἀληθεύει αὐτό τό πράγμα». Δέν εἶχαν τήν παραμικρή αμφιβολία ὅτι ὁ Κύριος τούς ἀποκάλυψε τό μέγα αὐτό γεγονός. Ἡ ἁπλή καρδιά τους δέ γνώριζε τήν ἀμφιβολία. Ἡ ἀμφιβολία κατοικεῖ συχνότερα στις σκοτισμένες ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη καρδιές.
«Καί ἦλθον σπεύσαντες, καί ἀνεῦρον τήν τε Μαριάμ καί τόν Ἰωσήφ καί τό βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνη» (Λουκ. β ́16). Εὔκολα μπορεῖ νά φανταστεί κανείς μέ τί σπουδή ἔτρεξαν οἱ ποιμένες πρός τή φάτνη. Η χαρά τούς ἔδωσε φτερά στα πόδια κι ἔτσι ἔφτασαν γρήγορα στήν ἁγία οἰκογένεια. Στο σπήλαιο ὅπου ἐκεῖνοι στάλιαζαν τά κοπάδια τους βρήκε κατάλυμα «ὁ συνέχων πᾶσαν τήν κτίσιν». Στη φάτνη ὅπου ἔβαζαν τροφή γιά τά ζωντανά τους, κείτονταν σπαργανωμένος ὁ Οὐράνιος Ἄρτος, Ἐκεῖνος πού ζωοποιεῖ ὅλη τήν κτίση. Τά ἄχυρα πού περίσσεψαν ἀπό τά ζῶα, χρησίμεψαν για στρώμα Ἐκεί νου πού ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου ἦταν «καθήμενος ἐπί τῶν Χερουβίμ». [Βηθλεέμ σημαίνει Οἶκος Αρτου. Τό βαθύτερο νόημα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἔγινε γνωστό μέ τό πού γεννήθηκε στόν τόπο αὐτόν ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ οὐράνιος Αρτος. «Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰωάν. Στ ́ 51)].
Ὁ εὐαγγελιστής γράφει πώς οἱ ποιμένες βρήκαν στο σπήλαιο τη Μαρία καί τόν Ἰωσήφ. Τυπικά πρῶτος ἀναφέρεται ὁ πατέρας κι ἔπειτα ἡ μητέρα. Αυτό συνηθίζεται σήμερα και τηροῦνταν ἀκόμα αυστηρότερα ἐκείνη τήν ἐποχή, πού ἡ γυναίκα λογαριάζονταν ὑποδεέστερη ἀπό τόν ἄντρα. Ὁ εὐαγγελιστής ὅμως ἀναφέρει πρῶτα τή Μαρία, ἀντίθετα μέ τό μακρόχρονο ἔθιμο. Καί τό κάνει αὐτό σκόπιμα, γιά νά τονίσει τό γεγονός ὅτι μοναδικός ἐπίγειος γονιός τοῦ Σωτήρα μας εἶναι ἡ Μητέρα. Ὁ Ἰωσήφ δέν ἦταν σύζυγός της ἀλλά βοηθός καί προστάτης Της.
«Ἰδόντες δέ διεγνώρισαν περί τοῦ ρήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περί τοῦ παιδίου τούτου· καί πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περί τῶν λαληθέντων ὑπό τῶν ποιμένων πρός αὐτούς» (Λουκ. β ́17-18).
Οἱ ποιμένες εἶχαν σίγουρα πολλά νά διηγηθοῦν. Τά μάτια τους εἶχαν δεῖ ἐκεῖνα πού ἐλάχιστα ἀνθρώπινα μάτια ἀξιώνονται νά δοῦν. Τ ̓ αὐτιά τους εἶχαν ἀκούσει πράγματα πού ἐλάχιστα ἀνθρώπινα αὐτιά ἀξιώνονται ν ̓ ἀκούσουν. Καί πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν. Ἐδῶ προφανῶς δέν ἀναφέρεται στη Μαρία καί τόν Ἰωσήφ, γιατί τότε δέ θά ἔλεγε ὁ εὐαγγελιστής «πάντες». Θά πρέπει ν’ ἀναφέρεται καί σ ̓ ἄλλους ἀνθρώπους κοντά στο σπήλαιο, στη Βηθλεέμ, στούς ὁποίους οἱ ποιμένες ἀποκάλυψαν μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ τό φοβερό καί θαυμαστό οὐράνιο αὐτό μυστήριο.
Γιά τήν ἁγία Μητέρα Μαρία γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «Ἡ δέ Μαριάμ πάντα συνετήρει τά ρήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β ́19). Ὁ εὐαγγελιστής εἶναι ὑπερβολικά προσεχτικός ὅταν ἀναφέρεται στήν ἁγία Παρθένο. Παρατηρεῖ πάντα τήν καρδιά της, προσπαθεῖ νά ἐκτιμήσει τίς ἐντυπώσεις πού δημιουργοῦνται στήν εὐαίσθητη αὐτή καρδιά που φόρεσε τό στεφάνι τοῦ γάμου μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εκείνη ἄκουσε ὅλα ὅσα εἰπώθηκαν, ὅλα ὅσα εἶχαν νά ποῦν γιά τό γιό της ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ. Κι ὅλ ̓ αὐτά τά φύλαξε στην καρδιά της. Κάποτε θά ‘ρχόταν ἡ ὥρα πού θά ‘νοιγε τό στόμα της, πού θ’ ἀποκάλυπτε τούς θησαυρούς τῆς καρδιᾶς της, πού θά τά μετέδιδε ὅλ ̓ αὐτά στούς ἀποστόλους καί τούς εὐαγγελιστές γιά νά τά μάθουν ἀπό τά δικά της χείλη. Θά ‘φτανε ὁ καιρός πού θά γινόταν ὁ ἀπόστολος τῶν ἀποστόλων, ὁ εὐαγγελιστής τῶν εὐαγγελιστῶν. Κι ὁ καιρός αὐτός θά ‘ρχόταν μετά τήν ἔνδοξη ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ Της. Ὅταν ὁ Μονογενής βγῆκε ἀπό τόν τάφο και «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν», οἱ ἀπόστολοι ἀκόμα ἀναρωτιοῦνταν μεταξύ τους. Τί γίνεται; Ποιόν θά ρωτήσουμε; Εκείνην, μόνο Εκείνην ἐπί τῆς γῆς. Κι Εκείνη θά τούς ἔλεγε ὅλα ὅσα εἶχε φυλάξει στήν καρδιά της, τά λόγια τοῦ ἀρχάγγελου στη Ναζαρέτ, ἐκεῖνα πού εἶπαν οἱ ποιμένες στη Βηθλεέμ καί πολλά, πολλά ἄλλα λόγια καί μυστήρια πού μόνο αυτή γνώριζε, ἐπειδή ἐκείνη μόνο ζοῦσε τόσο κοντά στο διδάσκαλό τους.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς λοιπόν δέ γεννήθηκε στη Ρώμη, στο παλάτι του Καίσαρα, γιά νά γίνει κύριος τῆς οἰκουμένης μέ τή δύναμη τῶν ὅπλων. Γεννήθηκε ἀνάμεσα στούς ποιμένες, γιά ν’ ἀποκαλυφτεῖ ἔτσι ὁ κυρίαρχος χαρακτήρας τῆς εἰρηνικῆς καί ἀγαπητικῆς διακονίας Του στόν κόσμο. Ὅπως ὁ ποιμένας ἀγαπᾶ καί φροντίζει τό ποίμνιό του, ἔτσι κι Ἐκεῖνος ἀγαπᾶ καί μεριμνά γιά κάθε ἄνθρωπο. Ὅπως ὁ ποιμένας φροντίζει γιά τό ἕνα ἄρρωστο ἤ παραστρατημένο πρόβατο περισσότερο ἀπό τά ἐνενήντα εννιά πού εἶναι ἀσφαλή καί ὑγιή, ἔτσι κι Ἐκεῖνος ἔχει μεγαλύτερη μέριμνα γιά τούς ἁμαρτωλούς παρά γιά τούς δίκαιους, περισσότερο γιά τούς ἀνθρώπους παρά γιά τούς ἀγγέλους. Ὅπως ὁ ποιμένας γνωρίζει τό κάθε πρόβατό του χωριστά καί κάθε πρόβατο γνωρίζει τόν ἀφέντη του, ἔτσι γίνεται καί μέ τόν μεγάλο, τόν καλό Ποιμένα καί τή λογική ποίμνη Του. Ὅπως ὁ ποιμένας ξαγρυπνάει γιά τό ποίμνιό του, τότε πού ὅλη ἡ φύση ἡσυχάζει ἀμέριμνη, ἔτσι κι ὁ Καλός Ποιμένας ἀγρυπνεῖ νύχτες ὁλόκληρες, νύχτες γεμάτες τρόμο και πειρασμούς. Παρακολουθεῖ τή λογική Του ποίμνη και προσεύχεται γι’ αὐτούς μέ ταπείνωση κι ὑπακοή στόν οὐράνιο Πατέρα Του.
Κάθε Του πράξη στή γῆ εἶναι ἀπό μόνη της ἕνα ὁλοκληρωμένο εὐαγγέλιο. Ακόμα καί τότε πού ἦταν νεογέννητος καί δέν μποροῦσε ν ̓ ἀνοίξει το στόμα του γιά να προφέρει μια λέξη, ἔδινε στήν ἀνθρωπότητα ἕνα ὁλόκληρο εὐαγγέλιο μέ τόν τρόπο, τόν τόπο καί τίς περιστάσεις τῆς γέννησής του.
Δέ θά μποροῦσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς νά γεννηθεῖ σέ αὐτοκρατορικό παλάτι, γιατί καθῆκον Του δέν ἦταν να γίνει ἐγκόσμιος κυβερνήτης. Ἡ βασιλεία Του δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» πού εἶναι σκοτεινός σάν τήν καταιγίδα, παροδικός σάν τό ὄνειρο. Δέ θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ σάν γιός κάποιου ἐπίγειου αὐτοκράτορα, γιατί ὁ σκοπός Του δέν εἶναι ἡ φωτιά καί τό ξίφος, οἱ διαταγές καί ἡ βία, ἀλλά ἡ θεραπεία τῶν ἄρρωστων κι ἡ σταδιακή ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τους. Τά ἔργα πού ἔκανε στή Ζωή Του δέν ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τά λόγια Του ἀλλά τά ἐπιβεβαιώνουν. Ἡ διδασκαλία Του ἐμπεριέχεται στή ζωή καί τά λόγια Του, εἶναι τό σωτήριο εὐαγγέλιό Του.
Ὅλα ὅσα ἦρθε για να ζήσει στή γῆ ἦταν τόσο καλά μελετημένα και προσχεδιασμένα, με τόσο μεγάλη σοφία, πού ἀνθρώπινη γλώσσα δέν μπορεῖ νά ἐξηγήσει. Γι’ αυτό κι ἐκεῖνο πού ἔχουμε να κάνουμε εἶναι νά λατρεύουμε τη σοφία Του μέ ὑπακοή καί ταπείνωση, για τί Ἐκεῖνος ὄχι μόνο ἱκανοποιεῖ τό νοῦ μας ἀλλά γεμίζει καί τήν καρδιά μας με χαρά. Καί μεῖς, γεμάτοι χαρά κι ἀγαλλίαση, ἄς ἐπαναλάβουμε τόν ἀγγελικό ὕμνο:
«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
Δόξα στο μονογενή Υἱό «ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς», στό χερουβικό θρόνο στόν οὐρανό καί στή φάτνη της Βηθλεέμ στή γῆ. Δόξα στον Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια κι ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Αμήν.
Όποιος πλησιάζει τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό μέ ὑπακοή καί ταπείνωση, δέ θά θελήσει ποτέ να τόν ἀποχωριστεῖ.
Ἡ πρώτη δοκιμασία γιά νά συμπεριληφθεῖ κάποιος στό στρατό τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ ἄσκηση στήν ὑπακοή καί τήν ταπείνωση.
Ο νέος κόσμος, ἡ νέα κτίση, ὁ νέος ἄνθρωπος, ὅλα ξεκίνησαν μέ ὑπακοή καί ταπείνωση. Ο παλιός κόσμος ἀψήφησε τήν ὑπακοή στό Θεό, τήν καταπάτησε, μαζί μέ τήν ταπείνωσή του. Ἔτσι γκρέμισε τή γέφυρα πού ἕνωνε τή γῆ μέ τόν οὐρανό. Τα πνευματικά ὑλικά γιά τήν ἀνακατασκευή της γέφυρας αὐτῆς εἶναι κυρίως ἡ ὑπακοή καί ἡ ταπείνωση.
Ὅσο ὁ Ἀδάμ ἀναπαυόταν στήν ὑπακοή καί τήν ταπείνωση ἦταν ἐξαιρετικά δύσκολο να διαφοροποιηθεῖ τό πνεῦμα του ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τό θέλημά του ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ κι ὁ τρόπος σκέψης του από ἐκεῖνον τοῦ Θεοῦ. Οἱ σκέψεις, οἱ ἐπιθυμίες καί τά αἰσθήματά του ἦταν πάντα ἐπικεντρωμένα στό Θεό. Όπως ἔστεκαν οἱ ἄγγελοι ἔμφοβοι και πρόθυμοι μπροστά στό Θεό, ἔτσι ἔκανε κι ὁ ̓Αδάμ. Ήταν κοντά στό Θεό καί κοίταζε ἀπευθείας τήν πηγή του φωτός, τῆς σοφίας καί τῆς ἀγάπης. Δέν εἶχε ἀνάγκη ν’ ἀνάβει κάποιο φῶς ἀπό μόνος του, γιατί ζοῦσε κοντά στόν ἥλιο. Ἡ λαμπάδα πού θά ‘ναβε μόνος του, κοντά στόν ἥλιο δέ θά ‘δινε οὔτε φλόγα οὔτε φῶς.
Ὅταν ὁ Αδάμ παραβίασε τήν ὑπακοή του κι ἔχασε τήν ταπείνωση -αὐτά τά δυό ἀποκτοῦνται ἤ χάνονται πάντα μαζίτότε διακόπηκε ἡ ἄμεση ἐπικοινωνία του μέ τό Θεό, ἡ γέφυρα ἐπικοινωνίας γκρεμίστηκε. Ὁ Αδάμ βρέθηκε ξαφνικά σ’ ἕνα φοβερό καί πηχτό σκοτάδι, ὅπου γιά νά ‘χει φῶς ἔπρεπε ν’ ανάψει τή δική του λαμπάδα, τή λαμπάδα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ πού τοῦ δόθηκε ὅταν μέ τήν παράβασή του ὁδηγήθηκε ἔξω ἀπό τόν παράδεισο. Κι ἀπό τότε ἄρχισε νά διαφοροποιεῖται ἀπό τό Θεό. Τό θέλημά του δέν ἦταν ταυτισμένο μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τά αἰσθήματά του ἀπομακρύνθηκαν ἀπό κοντά Του. Ὄχι μόνο ἄρχισε νά ζεῖ διαφορετικά και να βλέπει τη διαφορά αὐτή, ἀλλά σπάνια αναγνώριζε στόν ἑαυτό του τήν «ὁμοίωσή» του μέ τό Θεό. Κι αὐτό γινόταν πολύ σπάνια, μόνο σε στιγμές φωτισμοῦ.
Αλίμονο! Σέ τί ἄβυσσο, σέ τί ἐλεεινή κατάσταση βρέθηκε ἐκεῖνος πού δημιουργήθηκε «κατ ̓ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν» τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ! Κι ὅλ ̓ αὐτά ἀπό τήν παρακοή καί τήν ὑπερηφάνειά του. Αλίμονο! Εἴμαστε ὅλοι ἀπόγονοι τοῦ ‘Αδάμ, χαμόκλαδα τοῦ πεσμένου κυπαρισσιοῦ πού κάποτε στεκόταν μεγαλόπρεπα, πιό ψηλά ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα πλάσματα τοῦ Θεοῦ στόν παράδεισο. Χαμόκλαδα που πνίγηκαν ἀπό τά γερά ζιζάνια που πρόβαλαν στήν ἄγρια φύση, πού εἶχε γίνει πιά σάν ἕνα παραπέτασμα που χώριζε τόν πρῶτο ἄνθρωπο ἀπό τήν πηγή τῆς ἀθάνατης ἀγάπης.
Ὁ ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας λέει στήν ὁμιλία του στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου: «Στόν ἀναμάρτητο ἄνθρωπο ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγή εὐλογίας. Στόν πεσμένο ἄνθρωπο ἡ ἴδια εἰκόνα εἶναι μόνο ἐλπίδα εὐλογίας».
Ἡ παρακοή κι ἡ ὑπερηφάνεια του προπάτορά μας ἄλλαξαν πάραυτα, σάν μέ μαγικό ραβδί, ὅλη τήν κτίση γύρω του. Κι ἀμέσως ὁ πρῶτος ἄνθρωπος κυκλώθηκε ἀπό ἕνα στρατό, πού ἀποτελοῦνταν ἀπό ἀνυπάκοους καί ὑπερήφανους.
Ὅσο ὁ Ἀδάμ ἦταν ὑπάκουος καί ταπεινός ἐνώπιον τοῦ Δημιουργοῦ του, ὅλα γύρω του ἀπέπνεαν ὑπακοή καί ταπείνωση. Καί ὅμως, τί ἀλλαγή ἔγινε «ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ»! Τήν ἴδια στιγμή τῆς πτώσης τοῦ Ἀδάμ, ὅλα γύρω του ἔγιναν ἀνυπάκουα. Δίπλα του ἦταν ἡ παράκουη Εὔα. Παρών ἦταν κι ὁ ἀρχηγός και διασπορέας τῆς παρακοῆς καί τῆς ὑπερηφάνειας, τό πνεῦμα τῆς παρακοῆς, ὁ σατανάς. Αλλά κι ἡ φύση μπροστά του ἦταν πιά ἀνυπάκουη, ἐπαναστατική, ἐχθρική. Καρποί πού ὥς τότε ἔλιωναν στο στόμα του μέ τή γλυκύτητά τους, τώρα ἄρχισαν νά τόν πικραίνουν. Ἡ χλόη πού κάλυπτε τά πόδια του μαλακά σαν μετάξι, ξαφνικά τόν πλήγωνε μέ ἀγκάθια. Τα λουλούδια που χαίρονταν να δίνουν τό ἄρωμά τους στόν κύριό τους, ἄρχισαν να βγάζουν ζιζάνια γιά νά τόν κρατήσουν μακριά τους. Τά ἄγρια θηρία πού χαϊδεύονταν κοντά του σάν ἀθῶα ἀρνιά, ξαφνικά τοῦ ἔδειχναν τά δόντια τους μέ φλεγόμενα μάτια, ἐπιθετικά. Τα πάντα ἔπαιρναν κάποια ἐπιθετική κι ἐχθρική διάθεση πρός τόν Αδάμ. Ἔτσι τό πλουσιότερο ἀπό τά πλάσματα, τό πιό χαρισματούχο, τώρα ἔδειχνε τό πιό φτωχό. Πρίν ἦταν στολισμένος μέ ἀγγελική δόξα, τώρα ἔγινε ταπεινός, καταφρονεμένος, γυμνός. Κι ἔνιωθε τόσο γυμνός, ὥστε ἔνιωσε τήν ἀνάγκη νά δανειστεῖ ὑλικά ἀπό τή φύση γιά να κρύψει τη γύμνια του, τόσο τή φυσική ὅσο καί τήν πνευματική. Γιά τό σῶμα του ἀναζήτησε δέρματα ἀπό τά ζῶα καί φύλλα ἀπό τά δέντρα. Γιά τό πνεῦμα του ἄρχισε νά δανείζεται ἀπό ὅλα τά πλάσματα -ἀπό τά πλάσματα! γνώση καί ἱκανότητες. Ἐκεῖνος πού πρίν ἔπινε ἀπό τήν ἀστείρευτη πηγή τῆς ζωῆς, τώρα ἦταν ἀναγκασμένος νά συντροφεύει τά ζῶα, να σκύβει μαζί τους στη λάσπη καί νά πίνει νερό σε γούρνες, γιά να σβήσει τη φυσική μά καί τήν πνευματική του δίψα.
Ας γυρίσουμε τώρα στον Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὅλα ἐδῶ εἶναι ὑπακοή καί ταπείνωση. Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἐκπρόσωπος τῆς ἀγγελικῆς ὑπακοῆς καί ταπείνωσης. Ἡ Παρθένος Μαρία -ὑπακοή καί ταπείνωση. Ὁ Ἰωσήφ ὑπακοή και ταπείνωση. Οἱ ποιμένες ὑπακοή καί ταπείνωση. Οἱ μάγοι ἀπό τήν Ανατολή – ὑπακοή καί ταπείνωση. Οἱ ἄνεμοι ὑπακούουν, οἱ καταιγίδες ἐπίσης. Ὁ ἥλιος καί τό φεγγάρι κάνουν ὑπακοή, ὅπως κι οἱ ἄνθρωποι καί τά θηρία. Τα πάντα ὑπακούουν στο Νέο Αδάμ, ὅλα εἶναι ταπεινά μπροστά Του, γιατί κι ὁ ἴδιος κάνει ἀπροϋπόθετη ὑπακοή στόν Πατέρα Του, ταπεινώνεται μπροστά Του.
Εἶναι γνωστό πώς ὅσο καλλιεργεῖ κανείς τή γῆ, μαζί μέ τούς καρπούς που σπέρνει, φυτρώνουν κι ἄλλα χόρτα καί φυτά πού οὔτε τά ἔσπειρε κανείς οὔτε τά καλλιέργησε. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τίς ἀρετές. Πρέπει να φροντίζεις να σπέρνεις καί νά καλλιεργεῖς στήν ψυχή σου τήν ὑπακοή καί τήν ταπείνωση καί θά δεῖς ὅτι μαζί τους θά ξεφυτρώσει ὁλόκληρη ανθοδέσμη ἀπό ἄλλες ἀρετές. Μιά ἀπ’ αὐτές θά εἶναι ἡ ἁπλότητα, ἐσωτερική κι ἐξωτερική. Ἡ ὑπάκουη καί ταπεινή Παρθένος Μαρία ἦταν ταυτόχρονα στολισμένη καί μέ παιδική ἁπλότητα. Τό ἴδιο γινόταν καί μέ τό δίκαιο Ἰωσήφ, καθώς καί μέ τούς ἀποστόλους κι εὐαγγελιστές. Πρόσεξε μέ τί ἀπαράμιλλη ἁπλότητα περιγράφουν οἱ εὐαγγελιστές τά ὕψιστα ἱστορικά γεγονότα πού ἀναφέρονται στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσης ὁλόκληρης. Μπορεῖς να φανταστεῖς μέ πόσες λεπτομέρειες καί παραστατικότητα θα περιέγραφε ἕνας κοσμικός συγγραφέας τήν ἔγερση τοῦ Λαζάρου, για παράδειγμα, ἄν εἶχε παραστεῖ μάρτυρας σ ̓ ἕνα τέτοιο περιστατικό; Ἤ τί εἴδους πρόζα ἤ δράμα θά ‘χε γράψει γιά ὅλα ὅσα δοκίμασε ἡ ψυχή τοῦ ὑπάκουου, ταπεινοῦ καί ἁπλοῦ Ἰωσήφ τή στιγμή πού ἀνακάλυψε πώς ἡ κόρη πού εἶχε ἀναλάβει να προστατέψει μέ τή μνηστεία ἦταν ἔγκυος; Κι αὐτά τά περιγράφει ὁ εὐαγγελιστής στο Εὐαγγέλιο τῆς σημερινῆς ἡμέρας μέ λίγες ἁπλές προτάσεις: «Τοῦ δέ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γάρ τῆς μητρός αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Αγίου» (Ματθ. α ́ 18).
Λίγο νωρίτερα ὁ εὐαγγελιστής εἶχε ἀναφέρει τή γενεαλογία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἤ μᾶλλον τοῦ δίκαιου Ἰωσήφ, ἀπό τή φυλή Ιούδα τοῦ οἴκου Δαβίδ. Στή γενεαλογία αὐτή ὁ εὐαγγελιστής αναφέρει ἄντρες πού γεννήθηκαν μέ φυσικό τρόπο ἀπό ἄλλους ἄντρες, ὅπως γεννιοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στή γῆ. Καί ξαφνικά ἐξιστορεῖ τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ λέγοντας: Τοῦ δέ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν… θέλοντας μ’ αὐτό τό «δέ» νά δείξει τόν ἀσυνήθιστο καί ὑπερφυσικό τρόπο τῆς γέννησής του, πού διαφέρει διαμετρικά ἀπό τόν τρόπο γέννησης ὅλων τῶν προγόνων τοῦ Ἰωσήφ πού ἀνέφερε πρίν. Ἡ Μαρία, ἡ μητέρα του, ἦταν μνηστευμένη μέ τόν Ἰωσήφ. Στά μάτια τοῦ κόσμου ἡ μνηστεία αὐτή ἦταν σάν μιά προετοιμασία γιά ἔγγαμη ζωή. Στα μάτια τοῦ Ἰωσήφ καί τῆς Μαρίας ὅμως τά πράγματα δέν ἔδειχναν ἔτσι. Ἡ Μαρία ἦταν καρπός δακρύων καί προσευχῆς. Αφιερώθηκε στο Θεό ἀπό τούς γονεῖς της. Από την πλευρά της ἡ ἴδια δέχτηκε μέ τή θέλησή της τήν ἀφιέρωση πού ἔκαναν οἱ γονεῖς της, ὅπως φαίνεται κι ἀπό τήν πολυετή υπηρεσία της στό ναό τῆς Ἱερουσαλήμ. ̓́Αν εἶχε ἀκολουθήσει τήν κλίση της, σίγουρα θά εἶχε περάσει τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου της στό ναό ὅπως ἡ προφήτιδα Ἄννα, ἡ κόρη του Φανουήλ (πρβλ. Λουκ. β’ 36-37). Ο νόμος ὅμως ὅριζε διαφορετικά. Κι ἔτσι ἔπρεπε νά γίνουν τά πράγματα. Αρραβωνιάστηκε μέ τόν Ἰωσήφ. Κι αὐτό ὄχι γιά νά ζήσει ἔγγαμη ζωή, ἀλλ ̓ ἀκριβῶς γιά ν’ ἀποφύγει τό γάμο. Ὅλες οἱ λεπτομέρειες τῆς μνηστείας της καί τό νόημά της υπάρχουν στην παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Κι ἄν οἱ ἄνθρωποι ἐκτιμοῦσαν τήν παράδοση πού ἀναφέρεται στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, στό δίκαιο Ἰωσήφ καί σ ̓ ὅλους ἐκείνους πού ἐμπλέκονται στό εὐαγγέλιο μέ τό θέμα αὐτό, ὅπως ἐκτιμοῦν τίς ἄλλες παραδόσεις (μερικές μάλιστα ἀπό τίς πιό ὑπερβολικές) γιά βασιλιάδες, ἐπαναστάτες καί σοφούς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τό νόημα τῆς μνηστείας τῆς Παναγίας Παρθένου μέ τόν Ἰωσήφ θά ἦταν ξεκάθαρο σέ ὅλους.
(Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος λέει πώς ἡ Παρθένος μνηστεύθηκε «ὥστε ἡ γέννησή Του να μείνει κρυφή στο διάβολο. Ὥστε ὁ διάβολος να νομίσει πώς ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε ἀπό μιά ἔγγαμη γυναίκα, ὄχι ἀπό Παρθένο». Τό ἴδιο τό συναντᾶμε καί στόν Ἱερώνυμο στα Σχόλια στο Ματθαῖο καί στόν ἅγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας στη Δεύτερη Ομιλία στόν Εὐαγγελισμό).
Πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς… Τά λόγια αὐτά δέ σημαίνουν πώς μετά συνῆλθαν σάν ἀντρόγυνο ἤ πώς αὐτό βρισκόταν στό νοῦ τοῦ εὐαγγελιστῆ. Ὁ εὐαγγελιστής στήν περίπτωση αὐτή ἐνδιαφέρεται μόνο να περιγράψει τή γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τίποτ ̓ ἄλλο. Τα παραπάνω λόγια τά γράφει γιά νά δείξει πώς ἡ γέννησή Του δέν ἔγινε ἀπό μίξη ἄντρα καί γυναίκας. Επομένως τά λόγια τοῦ εὐαγγελιστῆ πρέπει νά τά ἐννοήσουμε ὡς ἑξῆς: «καί χωρίς να συνέλθουν μεταξύ τους, εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Αγίου». Μόνο ἐκ Πνεύματος Αγίου θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ Ἐκεῖνος πού, μέσα στη βασιλεία τοῦ σκότους καί τοῦ πονηροῦ, ἔμελλε νά ἱδρύσει τη Βασιλεία τοῦ Πνεύματος τοῦ φωτός καί τῆς ἀγάπης. Πῶς θά μποροῦσε νά ἐκπληρώσει τή θεϊκή ἀποστολή Του στή γῆ, ἄν εἶχε ἔρθει ὅπως ὅλοι οἱ φυσιολογικοί ἄνθρωποι πού εἶναι αἰχμαλωτισμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία καί δέσμιοι τῆς φθορᾶς; Θά ἦταν τότε σά νά βάζαμε καινούργιο κρασί σέ παλιά ἀσκιά. Ἐκεῖνος πού ἦρθε γιά νά σώσει τόν κόσμο θά εἶχε κι αὐτός ἔτσι ἀνάγκη νά σωθεῖ. Ὁ κόσμος θα μποροῦσε νά σωθεῖ μόνο μ’ ἕνα θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στόν κόσμο αὐτό πίστευαν. Κι ὅταν τό θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπιτελέσθηκε δέν ἔπρεπε ν’ ἀμφισβητηθεῖ. Ἔπρεπε νά τό πιστέψουν καί νά τό ἐκτιμήσουν, γιατί ἀπ’ αὐτό προκύπτει λύτρωση καί σωτηρία.
Πῶς ἀντέδρασε ὁ Ἰωσήφ μέ τό πού ἔμαθε γιά τήν ἐγκυμοσύνη τῆς Παρθένου Μαρίας; «Ἰωσήφ δέ ὁ ἀνήρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν» (Ματθ. α’ 19). Όπως βλέπουμε, ενήργησε σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔκανε ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως τουλάχιστον αὐτός εἶχε ἀποκαλυφθεῖ στούς Ἰσραηλῖτες. Ἐνήργησε ὅμως καί μέ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ο σοφός Σολομών προειδοποιεῖ: «Μή δικαιοῦ ἔναντι Κυρίου». Μήν ἐφαρμόζεις σκληρή δικαιοσύνη σ’ αὐτούς πού ἁμάρτησαν. Νιῶσε τή δική σου ἀδυναμία, τις δικές σου ἁμαρτίες, καί προσπάθησε νά ἐλαφρύνεις τη δικαιοσύνη σου πρός τούς ἁμαρτωλούς. Εμποτισμένος μέ τέτοιο πνεῦμα ὁ Ἰωσήφ, δέν ἤθελε νά παραδώσει στή δικαιοσύνη τήν Παρθένο Μαρία γιά τήν ἁμαρτία πού ὑποπτευόταν. Καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. Ἡ πρόθεσή του αυτή μᾶς δείχνει τί ὑποδειγματικός ἄνθρωπος ἦταν ὁ Ἰωσήφ. Ὑποδειγματικός στη δικαιοσύνη καί τό ἔλεος, ὅπως τόν ἤθελε τό πνεῦμα τοῦ παλιοῦ νόμου. Γιά τόν Ἰωσήφ ὅλα ἦταν ἁπλά καί καθαρά, ὅπως στην ψυχή κάθε θεοφοβούμενου ἀνθρώπου.
Αὐτά σκεφτόταν ὁ Ἰωσήφ. Βρῆκε ἕναν πολύ κατάλληλο τρόπο γιά νά δώσει λύση στο πρόβλημα. Ξαφνικά ὅμως ἐπενέβη ὁ οὐρανός στο σχέδιό του καί δέχτηκε μιά ἀναπάντεχη ἐντολή:
«Ταῦτα δέ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδού ἄγγελος Κυρίου κατ ̓ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσήφ, υἱός Δαυίδ, μή φοβηθεῖς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκα σου· τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου» (Ματθ. α’ 20). Ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ πού λίγο νωρίτερα εἶχε ἀνακοινώσει στήν Παρθένο τήν ἔλευση τοῦ Θεανθρώπου στόν κόσμο, τώρα ἔρχεται να ξεκαθαρίσει σ’ αὐτόν τά πράγματα. Ἡ ἀμφιβολία τοῦ Ἰωσήφ ἦταν ἕνα ἐμπόδιο σ ̓ αὐτό τό σχέδιο. Ἕνα μεγάλο καί ἐπικίνδυνο ἐμπόδιο πού πρέπει να παραμεριστεί. Γιά νά δείξει πόσο εὔκολο εἶναι γιά τίς οὐράνιες δυνάμεις να κάνουν πράγματα πού εἶναι πολύ δύσκολα γιά τούς ἀνθρώπους, ὁ ἄγγελος δέν τοῦ ἐμφανίστηκε σέ ὅραμα, ἀλλά στόν ὕπνο του, σέ ὄνειρο. Μέ τά λόγια αὐτά στόν Ἰωσήφ, τόν υἱό τοῦ Δαβίδ, ὁ ἄγγελος θέλησε ἀπό τή μιά νά τόν ἐπιβραβεύσει κι ἀπό τήν ἄλλη νά τόν προειδοποιήσει. Σαν ἀπόγονος τοῦ βασιλιᾶ Δαβίδ πρέπει να χαρεῖς περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον ἄνθρωπο γιά τό μυστήριο αὐτό καί πρέπει να το κατανοήσεις καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλον.
Γιατί ὅμως ὁ ἄγγελος ἀποκαλεῖ τήν Παρθένο γυναῖκα του; Μή φοβηθεῖς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκα σου, τοῦ εἶπε. Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὁ Κύριος εἶπε στη μητέρα Του ἀπό τό σταυρό: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου», καί στό μαθητή Του, «ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάν. ιθ’26-27). Ὁ οὐρανός δέ λέει παραπανίσια λόγια. Κι ἄν αὐτό δέν ἦταν ἀπαραίτητο, γιατί νά τό πεῖ ὁ ἄγγελος; Αν τό γεγονός ὅτι ὁ ἄγγελος ἀποκάλεσε τή Μαρία γυναίκα τοῦ Ἰωσήφ ἔχει γίνει πέτρα σκανδάλου σε μερικούς ἄπιστους, αὐτό εἶναι μιά ἄμυνα τῆς ἁγνότητας ἐναντίον τῆς ἀνηθικότητας. Γιατί τά λόγια τοῦ Θεοῦ δέν ἀπευθύνονται μόνο σέ ἀνθρώπους, ἀλλά σ’ ὅλους τούς κόσμους, ἀγαθούς καί πονηρούς. Ἐκεῖνος πού θέλει νά εἰσχωρήσει στήν καρδιά τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, τότε θα πρέπει νά βλέπει καί μέ τό μάτι τοῦ Θεοῦ ὅλα τά πράγματα, ὁρατά καί ἀόρατα.
«Τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Αγίου». Αὐτή εἶναι θεϊκή ἐνέργεια, ὄχι ἀνθρώπινη. Μήν προσέχεις τη φύση, μή φοβᾶσαι τούς νόμους της. Αὐτή εἶναι ἐνέργεια Εκείνου πού εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τή φύση, ἰσχυρότερος ἀπό τό νόμο. Χωρίς αὐτόν δέ θά ὑπῆρχε φύση, οὔτε καί νόμος της βέβαια.
̓Απ ̓ ὅσα εἶπε ὁ ἄγγελος στόν Ἰωσήφ, εἶναι φανερό πώς ἡ Παρθένος Μαρία δέν τοῦ εἶχε πεῖ τίποτα γιά τήν προηγούμενη συνάντησή της μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Είναι φανερό ἐπίσης πώς τώρα, πού ὁ Ἰωσήφ θέλησε νά τήν διώξει, δέ δικαιολογήθηκε μέ κανένα τρόπο. Τό μήνυμα τοῦ ἀγγέλου, ὅπως κι ὅλα τά οὐράνια μυστήρια πού τῆς ἀποκαλύπτονταν στη συνέχεια, ἡ Μα ρία τά «διετήρει . . .ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β’ 51). Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ κι ἡ ὑπακοή της σ ̓ Αὐτόν τήν ἔκαναν νά μήν τή νοιάζει ἄν ταπεινώνεται μπροστά στούς ἀνθρώπους. «Αν τά βάσανά μου εἶναι εὐάρεστα στό Θεό, γιατί νά μήν τά ὑπομείνω;» ἔλεγε κάποιος ἀπό τούς ἁγίους μάρτυρες αργότερα. Ἡ πάναγνη Παρθένος πού ζοῦσε μέ ἀδιάλειπτη προσευχή καί θεωρία τοῦ Θεοῦ σίγουρα θα μποροῦσε νά πεῖ: «Αν ἡ ταπείνωσή μου εἶναι εὐάρεστη στό Θεό, γιατί νά μήν τήν ὑπομείνω; Μοῦ ἀρκεῖ νά εἶμαι δίκαιη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού ἐτάζει καρδίας, κι ὁ κόσμος ἄς μοῦ συμπεριφερθεῖ ὅπως θέλει». Γνώριζε καλά πώς ὁ κόσμος δέ θά μποροῦσε νά τῆς κάνει τίποτα ἄν ὁ Θεός δέν τό ἐπέτρεπε. Τί γνήσια ταπείνωση εἶναι αὐτή, τί θαυμαστή ἀφοσίωση στό θέλημά του! Αλλά καί τί ἡρωικό φρόνημα διακρίνει κανείς σέ μιά λεπτή κι εὐαίσθητη παρθένο!
Οἱ ἁμαρτωλοί, σήμερα ὅπως καί παλιά, καλοῦν ψευδομάρτυρες γιά νά τούς δικαιώσουν. Ἡ Παρθένος Μαρία, ἀντίθετα, δέν εἶχε κανέναν ἄνθρωπο να μαρτυρήσει ὑπέρ της, ἀλλά οὔτε καί προσπάθησε να δικαιολογηθεῖ. Μάρτυρα εἶχε μόνο τον παντοδύναμο Θεό. Δέν ταράχτηκε, ἔμεινε ἤρεμη καί σιωπηλή. Περίμενε μόνο τό Θεό νά τήν δικαιώσει, ὅποτε Ἐκεῖνος τό ἔκρινε. Κι ὁ Θεός δέν ἄργησε νά δικαιώσει τήν ἐκλεκτή Του. Ὁ ἴδιος ἄγγελος πού τῆς εἶχε ἀποκαλύψει το μέγα μυστήριο τῆς σύλληψής της, ἔσπευσε τώρα να μιλήσει ἐκ μέρους τῆς σιωπηλῆς Παρθένου. Κι ἀφοῦ ἐξήγησε στόν Ἰωσήφ ὅσα εἶχαν προηγηθεῖ, ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ προχώρησε καί τοῦ ἐξήγησε αὐτό πού ἔπρεπε νά γίνει:
«Τέξεται δέ υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α’ 21). Λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Δέν εἶπε ὁ ἄγγελος, θά σοῦ κάνει γιό, ἀλλά τέξεται, θά γεννήσει. Γιατί ὁ υἱός αὐτός δέν προοριζόταν μόνο γιά ἐκεῖνον, ἀλλά καί γιά τόν κόσμο ὁλόκληρο». Ὁ ἄγγελος εἶπε στόν Ἰωσήφ να φερθεῖ στό Νεογέννητο σά νά ‘ταν πραγματικός του πατέρας. Καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ, τοῦ εἶπε. «Ἰησοῦς» σημαίνει «Σωτήρ». Γι’ αὐτό κι ἡ ἑπόμενη παράγραφος ἀρχίζει μέ τό «αὐτός γάρ», πού εἶναι αἰτιολογικό. Γιατί Αὐτός θά σώσει. Ἐξηγεῖ ἔτσι γιατί παίρνει τήν ἐντολή νά τόν ὀνομάσει Ἰησοῦ, δηλαδή Σωτήρα.
Ὁ ἀρχάγγελος εἶναι ἀληθινός ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ. Αὐτά πού λέει, τοῦ τά εἶπε ὁ Θεός. Βλέπει τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτόν ἡ φύση κι οἱ νόμοι της εἶναι σά νά μήν ὑπάρχουν. Το μόνο που γνωρίζει εἶναι ἡ παντοδυναμία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὅπως κάποτε τή γνώριζε κι ὁ Αδάμ. Λέγοντας «αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν», ὁ ἀρχάγγελος ἀποκάλυψε τό μέγιστο ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός ἔπρεπε νά ἔρθει γιά νά σώσει τόν κόσμο ὄχι ἀπό κάποιο ἐξωτερικό κακό ἀλλά ἀπό τό μέγιστο κακό: τήν ἁμαρτία. Γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ πηγή κάθε κακοῦ στόν κόσμο. Ὁ Χριστός ἦρθε γιά νά σώσει τό δέντρο τῆς ἀνθρωπότητας ὄχι ἀπό κάποιο πλῆθος κάμπιες πού κατατρώγουν τα φύλλα του κάθε χρόνο, ἀλλά ἀπό τό σκουλήκι πού καταστρέφει τις ρίζες του καί τό μαραίνει. Δέν ἦρθε γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τούς ἀνθρώπους, τό λαό ἀπό τούς λαούς, ἀλλά νά σώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους κι ὅλους τούς λαούς ἀπό τό σατανά, τόν σπορέα κι ἀρχηγό τῆς ἁμαρτίας. Δέν ἦρθε σάν τούς Μακκαβαίους ἤ τόν Βαραββά γιά νά ξεσηκώσει ἐπανάσταση ἐναντίον τῶν Ρωμαίων πού καταπίεζαν τούς Ισραηλίτες καί τούς δυνάστευαν. Ἦρθε ὡς ἀθάνατος καί παγκόσμιος γιατρός, μπροστά στόν Ὁποῖο ἔρχονταν Ἰσραηλίτες καί Ρωμαῖοι, Ἕλληνες καί Αἰγύπτιοι κι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοί τῆς γῆς, ἄρρωστοι καί ταλαίπωροι, γιά ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τόν ἕνα καί μόνο ἰό· τήν ἁμαρτία. Ὁ Χριστός ἐκπλήρωσε ἀργότερα στό ἀκέραιο τήν προφητεία τοῦ ἀρχαγγέλου. «Αφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι», ἦταν ἡ νικηφόρα διακήρυξή Του σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας διακονίας Του στούς ἀνθρώπους. Τά λόγια αὐτά περιέχουν μέσα τους τόσο τή διάγνωση τῆς ἀρρώστιας ὅσο καί τή θεραπεία. Αμαρτία εἶναι ἡ διάγνωση τῆς ἀρρώστιας. Ἄφεση ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ θεραπεία. Ὁ Ἰωσήφ ἦταν ὁ πρῶτος θνητός τῆς Νέας Κτίσης πού ἀξιώθηκε να γνωρίσει τόν ἀληθινό σκοπό τῆς ἔλευσης τοῦ Μεσσία καί τήν ἀληθινή φύση τῆς διακονίας Του.
Αὐτά πού εἶπε ὥς τώρα ὁ ἀρχάγγελος στόν Ἰωσήφ ἦταν ἀρκετά γιά νά τόν κάνουν νά ὑπακούσει στήν καινούργια καί ἄμεση αὐτή ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ν ̓ ἀφήσει και τά μέρος κάθε σκέψη πού εἶχε κάνει γιά ν’ ἀπομακρύνει τή Μαρία. Ὁ οὐρανός διατάζει κι ὁ Ἰωσήφ ὑπακούει. Αὐτός ὅμως δέν εἶναι ἕνας συνηθισμένος τρόπος γιά τόν οὐρανό, νά δίνει δηλαδή ἐντολές στούς ἀνθρώπους χωρίς να καταφύγει στην κατανόησή τους καί νά ζητήσει τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τους. Από τήν ἀρχή τῆς Δημιουργίας είναι φανερό πώς ὁ Θεός ἤθελε τόν ἄνθρωπο να ἐνεργεῖ μέ ἐλεύθερη θέληση, να ‘ναι ἐλεύθερη ὕπαρξη. Στήν ἐλευθερία, στήν ἐλεύθερη ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς ἀνθρώπινης ύπαρξης. Χωρίς ἐλευθερία ὁ ἄνθρωπος θά ‘ταν μόνο ἕνα μηχανικό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἐνεργούμενό του, πού θά λειτουργοῦσε μόνο μέ τή θέληση καί τή δύναμή Του. Υπάρχουν πολλά τέτοια πλάσματα τοῦ Θεοῦ στή φύση. Γιά τόν ἄνθρωπο ὅμως προόρισε μια ξεχωριστή θέση, ἦταν ἐλεύθερος να πιστεύει στό Θεό ἤ νά στραφεῖ ἐναντίον Του, νά ζήσει ἤ νά πεθάνει. Ήταν μια πολύ τιμητική θέση, ἀλλά ταυτόχρονα καί πολύ ἐπικίνδυνη. Ἡ ἐντολή πού ἔδωσε ὁ Θεός στον Αδάμ δέν ἦταν κάτι ἁπλό: «Από παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῆ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ». Καί πρόσθεσε στή συνέχεια: «ᾗ δ ̓ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ ̓ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. β’ 16-17). Μέ τήν τελευταία αὐτή φράση ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο τήν ἀφορμή νά κατανοήσει γιατί δέν ἔπρεπε νά φάει ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό. «Ἡ δ ̓ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ ̓ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».
Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἐνεργεῖ τώρα ὁ ἄγγελος στόν Ἰωσήφ. Ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε τήν ἐντολή να κρατήσει τή Μαρία καί νά μήν τήν ἐγκαταλείψει, ἀφοῦ τοῦ ἐξήγησε πώς ὁ καρπός τῆς παρθενικῆς κοιλιᾶς ἦταν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ὁ ἀρχάγγελος θυμίζει στόν Ἰωσήφ ὅσα προφήτεψε ὁ μέγας προφήτης: «Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν, καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ» (Ησ. ζ’ 14). Κι ὁ Ματθαῖος δίνει στη συνέχεια τήν ἐξήγηση: «ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ ̓ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ματθ. α’ 23).
Αὐτό πού ειπώθηκε νωρίτερα καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν δέν ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ αὐτό πού ἀναφέρεται ἐδῶ καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ ̓ ἡμῶν ὁ Θεός. Στήν πρώτη περίπτωση ὁ Ἰωσήφ πῆρε τήν ἐντολή νά Τόν ὀνομάσει Ἰησοῦ, δηλαδή Σωτήρα. Στη δεύτερη ἀναφέρεται πώς τό παιδίον θά ὀνομαστεῖ ἀπό ἀνθρώπους καί λαούς Εμμανουήλ (ὁ Θεός μεθ ̓ ἡμῶν). Καί τό ἕνα ὄνομα καί τό ἄλλο δίνουν, τό καθένα μέ τόν τρόπο του, πλῆρες νόημα τῆς αἰτίας τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο καί τῆς διακονίας Του σ’ αὐτόν. Θά ἔρθει γιά νά συγχωρήσει ἁμαρτίες, να σπλαγχνιστεῖ τούς ἀνθρώπους καί νά τούς λυτρώσει ἀπό τήν ἁμαρτία, καί γι’ αὐτό θά ὀνομαστεῖ Ἰησοῦς (Σωτήρας). «Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μή εἷς ὁ Θεός;» (Μάρκ. β’ 7). Κανένας ἄνθρωπος στον κόσμο. Καμιά ὕπαρξη, οὔτε στόν οὐρανό οὔτε στή γῆ δέν ἔχει τό δικαίωμα να συγχωρεῖ ἁμαρτίες, να λυτρώσει ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀλλά μόνο ὁ Θεός. Γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι σκουλήκι στήν καρδιά τῆς ἀρρώστιας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Κανένας δέ γνωρίζει τόν ἀβυσσαλέο τρόμο τῆς ἁμαρτίας ὅπως ὁ ἀναμάρτητος Θεός. Καί κανένας δέν μπορεῖ ν’ ἀποκαλύψει καί νά καταστρέψει το σκουλήκι τῆς ἁμαρτίας, παρά μόνο ὁ Θεός. Ἔτσι, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς συγχωροῦσε ἁμαρτίες κι ἔκανε τούς ἀνθρώπους ὑγιεῖς, εἶναι Θεός ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Αν κάποιος ἔπρεπε νά βάλει τά ὀνόματα μέ τή σειρά, πρῶτα ἔπρεπε ν’ ἀναφερθεῖ τό ὄνομα Εμμανουήλ κι ἔπειτα τό Ἰησοῦς. Γιά νά φέρει σε πέρας τό ἔργο τῆς σωτηρίας ὁ νεογέννητος Θεάνθρωπος, ἔπρεπε νά εἶναι Ἐμμανουήλ, ὁ Θεός μεθ ̓ ἡμῶν. Μέ ὅποια σειρά καί νά βάλει κανείς τά ὀνόματα ὅμως, καί τά δυό ἔχουν τό ἴδιο νόημα: Εμμανουήλ εἶναι ὁ Σωτήρας καί Σωτήρας εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ. Σε κάθε περίπτωση ἕνα πράγμα εἶναι πιό σαφές ἀπ ̓ ὁτιδήποτε ἄλλο. Πώς δέν ὑπάρχει σωτηρία στον κόσμο ἄν ὁ Θεός δέν ἔρθει σ’ αὐτόν, δέν ἐνανθρωπήσει. Πώς δέν ὑπάρχει λύτρωση καί σωτηρία γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι μαζί μας ὄχι σάν ἰδέα ἤ ἕνα ὄμορφο ὄνειρο, ἀλλά ὅπως εἴμαστε, μέ ψυχή, μέ σῶμα, φτωχοί καί ταλαιπωρημένοι καί τελικά, σ’ αὐτό πού διαφέρουμε ὅλοι ἀπό τό Θεό, θνητοί, ὑποκείμενοι στο θάνατο. Γι’ αὐτό καί κάθε πίστη πού διδάσκει πώς ὁ Θεός δέ σαρκώθηκε ἤ πώς δέν μπορεῖ νά σαρκωθεῖ, εἶναι ψεύτικη. Γιατί παρουσιάζει τό Θεό ὡς ἀδύνατο, ὡς κάποιον πού δέν προνοεῖ καί δέ φροντίζει. Τόν θεωρεῖ μητριά, ὄχι μητέρα. Τόν δείχνει ἀδύναμο, ἀφοῦ τόν κρατᾶ πάντα μακριά ἀπό τή μεγαλύτερη μάχη: τή μάχη ενάντια στο σατανά, τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο. Ο σατανάς πρέπει να περιοριστεί. Ἡ πρώτη ἀνάπτυξη τῆς ἁμαρτίας πρέπει να ξεριζωθεῖ ἀπό τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ γλώσσα τοῦ ὄφη πρέπει να συνθλιβεῖ. Πρέπει ν’ ἀναληφθεῖ ἕνα ἔργο πού εἶναι μεγαλύτερο καί δυσκολότερο ἀπό ἐκεῖνο πού εἶχε ὁ Ἄτλαντας νά μεταφέρει στούς ὤμους του τόν κόσμο. Ὁ Θεός μας τήν ἔκανε αὐτήν τή μάχη καί τήν ἔκανε νικηφόρα. Οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν διαφορετική πίστη φοβοῦνται ἀκόμα καί μέ τή σκέψη τους νά ἐπιτρέψουν στο Θεό τους να κάνει τέτοια μάχη, ὅπου οἱ ἐχθροί τους μπορεῖ νά βγοῦν νικητές. Τί σόι μητέρα μπορεῖ νά εἶναι αὐτή πού δέ σκύβει ἀπό ἀγάπη γιά τό παιδί της νά τό παίξει, νά τό παρηγορήσει, νά τοῦ σιγοτραγουδήσει; Πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν τό παιδί της κινδυνεύει ἀπό πυρκαγιά ἤ ἀπό ἄγρια θηρία;
Αχ, Κύριε! Συγχώρεσέ μας πού κάνουμε τέτοιες σκέψεις, πού ἔχουμε τέτοιους προβληματισμούς. Πῶς θά μποροῦσες νά εἶσαι ὁ στοργικός Δημιουργός ἂν ἡ εὐσπλαχνία Σου δέ σέ παρακινοῦσε νά κατέβεις στή γῆ καί νά κινηθεῖς ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους; Πῶς θά μποροῦσες να κοιτάξεις τήν ἀθλιότητά μας ἀπό ἀπόσταση ασφαλείας καί νά μή βάλεις τό χέρι Σου στή φωτιά γιά μᾶς ἤ νά κατέβεις στό λάκκο ὅπου εἴμαστε ἐγκλωβισμένοι μαζί μέ ἄγρια θηρία;
Κατέβηκες πραγματικά ἀνάμεσά μας, ἔκανες πολύ περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι ἀπαιτεῖ ὁποιοδήποτε εἶδος ἀνθρώπινης ἀγάπης. Ἔλαβες σάρκα, γιά νά σώσεις ἐκείνους πού φοροῦν σάρκα. Ήπιες ἀπό τό ποτήρι τῶν θλίψεων ὅλων τῶν πλασμάτων Σου, χωρίς νά τό μοιραστεῖς μέ κανέναν, τό ρούφηξες ὅλο μόνος Σου. Γι’ αὐτό εἶσαι ὁ Σωτήρας μας, γιατί ἔζησες ἀνάμεσά μας, ἄν καί εἶσαι Θεός. Ἔζησες ὡς Θεός ἀνάμεσά μας γιατί ἤσουν ὁ Σωτήρας μας. Δόξα Σοι, Ἰησοῦ, Ἐμμανουήλ!
Ας πᾶμε πίσω στόν Ἰωσήφ τώρα. Είδε πάρα πολύ καθαρά, μέ φόβο καί δέος, πώς γύρω του ὑφαινόταν ἕνα χαλί πού ὅμως ἦταν διάφανο σάν τό φῶς τοῦ ἥλιου κι εὐχάριστο σάν τόν ἀέρα. Ἕνα χαλί τοῦ ὁποίου καμβάς ἦταν ὁ Παντοδύναμος, τά μεταξωτά νήματα οἱ ἄγγελοι κι ὅλη ἡ κτίση. Ήταν προορισμός του νά λειτουργήσει ὡς ὄργανο τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτό τό χαλί τῆς Νέας Κτίσης. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι σίγουρος πώς μέσ ̓ ἀπ ̓ αὐτόν ἐνεργεῖ ὁ Θεός, εἶναι ἀδύναμος, διστακτικός, προσεχτικός. Ὅταν ὅμως νιώσει πώς ὁ Θεός τόν ἔχει πάρει στα χέρια Του, ὅπως ὁ σιδηρουργός κρατάει το σίδερο γιά νά φτιάξει ἕνα ἐργαλεῖο, τότε αἰσθάνεται ταυτόχρονα δυνατός και ταπεινός, ἀποφασιστικός στίς ἐνέργειές Του, στηριγμένος ἀπό τό Θεό.
Ὅταν ξύπνησε ὁ Ἰωσήφ ἔπραξε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος. Πῆρε τή Μαρία μαζί του «καί οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον, καί ἐκάλεσε τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. α’25). Ὅταν διαβάζουμε τό εὐαγγέλιο πρέπει να προσπαθοῦμε νά μποῦμε στό πνεῦμα τοῦ εὐαγγελιστῆ, ὄχι νά προβάλουμε τό δικό μας πνεῦμα στό εὐαγγέλιο. Ὁ εὐαγγελιστής μιλάει μέ θαυμασμό γιά τή θαυμαστή γέννηση τοῦ Σωτήρα μας. Βασικό μέλημά του εἶναι νά μᾶς δείξει ὅτι ἡ γέννηση αὐτή ἔγινε με θαυμαστό τρόπο. Αὐτό πού τονίζει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό εὐαγγέλιο εἶναι ἤδη ἡ τέταρτη ἀπόδειξη τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Πρῶτα λέει πώς ἡ Παρθένος Μαρία ἦταν ἁπλά μνηστευμένη μέ τόν Ἰωσήφ. Δεύτερο, ὅτι εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Αγίου. Τρίτο, ὅτι ὁ ἄγγελος ἔδειξε σε ὄνειρο πώς ἡ ἐγκυμοσύνη της ἦταν θαυμαστή, ὑπερφυσική. Καί τέταρτο, βλέπουμε τώρα ὅτι ὁ ἄγγελος ἐπαναλαμβάνει μέ τά λόγια αὐτά πώς ὁ Ἰωσήφ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον.
Είναι καθαρότερο κι ἀπό τό φῶς τῆς ἡμέρας πώς ὁ εὐαγγελιστής ἐδῶ δέ λέει σε καμιά περίπτωση πώς με τά τη γέννηση ὁ Ἰωσήφ εἶχε σαρκικές σχέσεις μέ τή Μαρία. Αὐτό πού δέν ἔγινε ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς, δέν ἔγινε καί μετά, ὅταν Τόν εἶχε γεννήσει. Αν ποῦμε γιά κάποιον πώς ὅσο κρατοῦσε ἡ θεία λειτουργία δέν πρόσεχε τά λόγια τοῦ ἱερέα, δέ σημαίνει πώς ὅταν τέλειωσε ἡ λειτουργία πρόσεχε τά λόγια αὐτά. Η ἄν ποῦμε πώς ὁ τσοπάνος τραγουδάει ενόσω τά πρόβατα βόσκουν, δέ σημαίνει πώς ὁ τσοπάνος σταμάτησε το τραγούδι ὅταν τα πρόβατα σταμάτησαν τή βοσκή. Ὁ Θεοφύλακτος λέει: «Ὅταν εἰπώθηκε τήν ἐποχή του κατακλυσμοῦ ὅτι ὁ κόρακας δέ γύρισε στήν κιβωτό ωσότου στεγνώσει ἡ γῆ, δέ σημαίνει ὅτι γύρισε μετά, ἤ ὅταν εἶπε ὁ Χριστός, «Ἰδού ἐγώ μεθ ̓ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος», δέ σημαίνει πώς μετά δέ θά εἶναι μαζί τους.
Ἡ λέξη «πρωτότοκος» ἰσχύει μόνο γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ, πού εἶναι ὁ πρῶτος ἀπ’ ὅλους τούς βασιλεῖς, «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (Ρωμ. η’29), πού σημαίνει: πρῶτος ἀπ’ ὅλους τούς σεσωσμένους καί υἱοθετημένους ἀνθρώπους. Αν ἡ λέξη πρωτότοκος γραφόταν μέ κεφαλαῖο γράμμα, ὡς κάποιος εἰδικός τίτλος, δέ θά ὑπῆρχε ἀμφιβολία γιά τή σημασία της. Τό ἴδιο θά γινόταν ἄν πρίν ἀπό τή λέξη πρωτότοκος εἶχε κόμμα, δέ θά ὑπῆρχε τότε ἀμφιβολία ἤ σύγχυση. Ἔτσι λοιπόν πρέπει να διαβάσουμε τη φράση: καί ἔτεκε τόν Υιό αὐτῆς, τόν Πρω τότοκον. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Πρωτότοκος ὡς Δημιουργός τῆς Νέας Βασιλείας, ὡς ὁ Νέος Αδάμ.
Στο βίο τοῦ ὁσίου Αμμούν (πού γιορτάζεται στις 4 Ὀκτωβρίου) αναφέρεται πώς ἔζησε ὡς ἔγγαμος δεκαοκτώ χρόνια χωρίς νά ‘χει καμιά σαρκική ἐπαφή μέ τή γυναίκα του. Ἡ ἁγία μάρτυς Αναστασία ἐπίσης (+22 Δεκεμβρίου) ἦταν ἀρκετά χρόνια παντρεμένη μέ τό ρωμαῖο συγκλητικό Πούπλιο, χωρίς νά ὁλοκληρωθεῖ ποτέ σαρκικά ὁ γάμος τους. Παραθέτουμε ἐδῶ δυό μονάχα μαρτυρίες ἀνάμεσα από χιλιάδες ἄλλες. Ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ ὑπέρτατη καί πάναγνη παρθένος πρό, κατά καί μετά τη γέννηση, ἐνέπνευσε χιλιάδες νέους και νέες νά ζήσουν παρθενική ζωή στη μακρόχρονη ιστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ατενίζοντας τό μεγαλεῖο τῆς παρθενίας της πολλές ἔγγαμες γυναῖκες ἔσπασαν τά δεσμά τοῦ γάμου καί ἀφοσιώθηκαν στήν παρθενική ἁγνότητα. Βλέποντας τό ὑπέροχο παράδειγμά της πολλοί ἄνθρωποι πού ζοῦσαν μιά ἐντελῶς ἀνήθικη ζωή, ἐγκατέλειψαν τήν ἁμαρτία καί καθάρισαν τήν ψυχή τους μέ δάκρυα καί προσευχή. Πῶς θά μποροῦσε νά σκεφτεί κανείς λοιπόν ὅτι ἡ πάναγνη Παρθένος, ὁ στύλος καί ἡ ἔμπνευση τῆς χριστιανικῆς ἁγνότητας καί παρθενίας διά μέσου τῶν αἰώνων, βρίσκεται σε χαμηλότερη βαθμίδα ἁγνότητας και παρθενίας ἀπό τήν Αναστασία, τή Θέκλα, τη Βαρβάρα, τήν Αἰκατερίνα, την Παρασκευή κι ὅλες τίς ἄλλες ἀναρίθμητες παρθένες; Πῶς εἶναι δυνατό καί νά φανταστεί κανείς πώς ἐκείνη πού γέννησε και τά σάρκα τόν ἀπαθή Κύριο, θά μποροῦσε νά ζήσει στή σκιά τοῦ σαρκικοῦ πάθους; Εκείνη πού ἐγκυμονοῦσε καί γέννησε το Θεό «ἦταν παρθένος ὄχι μόνο σαρκικά ἀλλά καί πνευματικά», λέει ὁ ἅγιος Αμβρόσιος. Κι ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ μέλισσα λέγοντας: «Ὅπως ἡ μέλισσα δέν μπαίνει σέ κάποιο βρώμικο δοχεῖο, ἔτσι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἰσέρχεται σέ ἀκάθαρτη ψυχή».
Ας σταματήσουμε τώρα τήν ὁμιλία μας ἐδῶ. Γι’ αὐτά τά θέματα πρέπει λιγότερο να μιλᾶμε καί περισσότερο να θαυμάζουμε. Ὅπου κατοικεῖ ἡ ὑπακοή κι ἡ ταπείνωση στό Θεό, ἐκεῖ ὑπάρχει ἁγνότητα. Ὁ Κύριος θεραπεύει τούς ὑπάκουους καί ταπεινούς δούλους Του ἀπό κάθε πάθος κι ἐπιθυμία αἰσχρή. Ἐμεῖς ἄς προσπαθήσουμε να καθαρίσουμε τη συνείδησή μας, τήν ψυχή μας, τήν καρδιά καί τό νοῦ μας, γιά ν’ ἀξιωθοῦμε νά δεχτοῦμε τήν εὐλογημένη δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Να εὐχηθοῦμε νά πάψει ἡ γῆ νά βγάζει ζιζάνια στόν μέσα μας ἄνθρωπο, ὥστε τό Ἅγιο Πνεῦμα νά μᾶς ὁδηγήσει σε καινούργια ζωή, νά μᾶς κάνει καινούργιους ἀνθρώπους, κατά μίμηση τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ ̓ Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Αμήν!
(Λουκ. α’ 24-38)
Όπως ὁ ἥλιος καθρεφτίζεται στα καθαρά καί διαυγή νερά, ἔτσι κι ὁ οὐρανός στήν καθαρή κι ἁγνή καρδιά.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πανταχοῦ παρόν κι ἀναπαύεται σε πολλά σημεῖα τοῦ ἀχανοῦς σύμπαντος. Τό μέρος ἐκεῖνο ὅμως ὅπου ἀγαπάει κι ἐπιθυμεῖ περισσότερο ἀπ’ ὅλα νά κατοικεῖ, εἶναι ἡ ἁγνή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ εἶναι τό πραγματικό Του ἐνδιαίτημα, ἡ κατοικία του. Ὅλοι οἱ ἄλλοι τόποι εἶναι ἁπλά τό εργαστήριό του.
Ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου δε μένει ποτέ ἄδεια. Πάντα ὑπάρχει κάτι νά τήν καλύψει: ἡ καθαρότητά της.
Κάποτε, για κάποιο χρονικό διάστημα, τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου τή γέμιζε μόνο ὁ Θεός. Τότε ἡ καρδιά ἦταν ὁ καθρέφτης τοῦ κάλλους τοῦ Θεοῦ, ἕνας ὕμνος καί μιά δοξολογία γιά τό Θεό. Ὑπῆρχε ἕνας καιρός πού ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου βρισκόταν πραγματικά στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀπαλλαγμένη ἀπό κίνδυνο. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος μέ τήν παραφροσύνη του πῆρε τά πράγμα τα στα δικά του χέρια, τήν καρδιά του τήν κυνήγησαν πολλά ἄγρια θηρία. Κι από τότε ξεκίνησε ἐσωτερικά μέν ἡ δουλεία τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ἐξωτερικά δέ αὐτό πού λέμε ἱστορία τοῦ κόσμου.
Αδύναμος πιά να κουμαντάρει τήν καρδιά του ὁ ἄνθρωπος ἀναζήτησε στήριξη στα ἔμψυχα ὄντα ἤ καί στά ἄψυχα πράγματα πού τόν περιέβαλαν. Ὅ,τι κι ἄν βρῆκε ὁ ἄνθρωπος ὅμως γιά νά στηρίξει καί νά ἐνισχύσει τήν καρδιά του, ἀποδείχτηκε πώς αυτό τήν τραυμάτιζε καί τήν πλήγωνε μόνο.
Καϋμένη καρδιά τοῦ ἀνθρώπου! Αἰχμαλωτίστηκες ἀπό πολλά πράγματα πού δέν εἶχαν καμιά δικαιοδοσία σε σένα, καμιά ἐξουσία πάνω σου. Βρέθηκες σάν τό μαργαριτάρι ἀνάμεσα σε χοίρους. Πόσο σε σκλήρυνε ἡ μακροχρόνια δουλεία, πόσο σε σκότισε τό μαῦρο σκοτάδι ὅπου κινεῖσαι! Ὁ Θεός ὁ ἴδιος κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό γιά νά σ’ ἐλευθερώσει ἀπό τή δουλεία, νά σέ γλιτώσει ἀπό τό σκοτάδι, νά σέ θεραπεύσει ἀπό τή λέπρα τῆς ἁμαρτίας σου, νά σέ ἀναλάβει ξανά στα δικά του χέρια!
Ἡ ἔλευση τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο κι ἡ πορεία Του ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους εἶναι ἡ πιό θαυμαστή κι ἀνυπέρβλητη ἔνδειξη τῆς ἀγάπης Του γιά τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ὁ εὐαγγελισμός, ἡ εὐχάριστη εἴδηση τῆς ὕψιστης χαρᾶς γιά τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καί τό πιό ὀλέθριο γεγονός γιά τήν ἀκαθαρσία της.
Τήν ἔλευση τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο θά τήν παρομοιάζαμε μέ τήν ἐμφάνιση πύρινου στύλου στα σκοτάδια τῆς ἀβύσσου. Ἡ εἴδηση γιά τήν ἔλευσή Του ξεκίνησε μέ ἕναν ἄγγελο καί μιά κόρη παρθένο, μιά συνομιλία πού ἔγινε ἀνάμεσα στήν οὐράνια καί τήν ἐπίγεια ἁγνότητα.
Ὅταν ἡ ἀκάθαρτη καρδιά συναντιέται μέ μιάν ἄλλη, ἐπίσης ἀκάθαρτη, θα προκύψει σύγκρουση. Ὅταν ἡ ἀκάθαρτη καρδιά συναντιέται μέ μιάν ἄλλη, καθαρή καρδιά, πάλι θα χουμε σύγκρουση. Μόνο ὅταν ἡ καθαρή καρδιά συναντηθεῖ μέ μιάν ἄλλη καθαρή ἔχουμε χαρά, εἰρήνη καί εὐφροσύνη.
Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ εἶναι ὁ πρῶτος ἀγγελιοφόρος τῆς εὐχάριστης εἴδησης γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τό θαυμαστό γεγονός τοῦ Θεοῦ γιά τή λύτρωση καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δέ θά μποροῦσε νά συμβεί χωρίς να φανεῖ ἡ θαυματουργή ἐνέργεια καί δύναμή Του. Ἡ πρώτη ἀπ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἄκουσε τή σωτήρια αὐτή είδηση ἦταν ἡ πάναγνη Παρθένος. Καί τήν ἄκουσε μέ φόβο, μέ δέος. Ὁ οὐρανός καθρεφτιζόταν στήν ἁγνή καρδιά της ὅπως ὁ ἥλιος στά καθαρά καί διαυγή νερά. Στήν καρδιά της ὁ Κύριος καί Δημιουργός του νέου κόσμου καί ἀνακαινιστής τοῦ παλαιοῦ, ἐπρόκειτο να γείρει το κεφάλι Του καί νά δανειστεῖ σάρκα ἀπό τή σάρκα της.
Τὁ εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ λέει: «Μετά δέ τάς ἡμέρας ταύτας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνή αὐτοῦ καί περιέκρυβεν ἑαυτήν μῆνας πέντε, λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις» (Λουκ. α’ 24-25).
Ποιές μέρες ἐννοεῖ ὁ εὐαγγελιστής; Τίς μέρες πού θά προηγοῦνταν τῆς μεγάλης μέρας πού θά γεννιοῦνταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Ἡ μέρα πού θά ἐκπληροῦνταν ὅλες οἱ προφητεῖες, ὅταν θά φτάναμε στο πλήρωμα τοῦ χρόνου πού προφήτευσε ὁ Δανιήλ, τότε πού ἡ ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση στέναζε μαζί μέ τήν ἐπίσης ἄρρωστη δημιουργία, γιατί ἀνέμεναν τή σωτηρία ὄχι πιά ἀπό ἄνθρωπο ἤ ἀπό κάτι φυσικό, ἀλλά ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό. Τότε λοιπόν, «μετά τάς ἡμέρας ταύτας», συλλαμβάνει ἡ Ἐλισάβετ, ἡ σύζυγος τοῦ Ζαχαρία.
Τί σχέση ἔχει ἡ στείρα Ελισάβετ μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; Ἡ Ἐλισάβετ σχετίζεται μέ τό σχέδιο τῆς σωτηρίας, ἐπειδή θά γεννοῦσε τόν Πρόδρομο τοῦ Σωτήρα μας, ἐκεῖνον πού θά προπορευτεῖ γιά νά ἀναγγείλει τήν ἔλευσή Του. Ἡ ἡλικιωμένη καί στείρα γυναίκα θά γεννοῦσε τόν κήρυκα τῆς σωτηρίας, ὄχι το Σωτήρα. Εἶναι μιά πιστή εἰκόνα τοῦ παλιοῦ κόσμου πού ἦταν γερασμένος καί στεῖρος, ἄκαρπος, πεινασμένος και διψασμένος. Φαντάζει σάν τό ἀφυδατωμένο, γέρικο και μαραμένο δέντρο, που στάθηκε ὅμως ἱκανό θαυματουργικά γιά νά βγάλει φύλλα που προοιωνίζουν τόν ἐρχομό τῆς ἄνοιξης, ἔστω κι ἄν τό ἴδιο δέν μπορεῖ νά καρποφορήσει.
«Τάς ἡμέρας ταύτας», ὅπως κι ὅλες τίς μέρες, ἡ στείρα γυναίκα ἔνιωθε ντροπή γιά τή στειρότητά της, ντροπιασμένη ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Τί νόημα εἶχε ὁ γάμος ἐφόσον το ζευγάρι παρέμενε ἄτεκνο; Αν ὁ ἴδιος ὁ παράδεισος μπορεῖ νά γίνει τόπος πειρασμοῦ καί θλίψεων γιά τόν ἄτεκνο, τί νά ποῦμε γιά τή γῆ; Τό κάθε μέλος τοῦ ἄτεκνου ζευγαριοῦ ἀποδίδει την ντροπή στο ἄλλο. Τό καθένα τους φαίνεται στό ἄλλο σάν μιά καταπράσινη συκιά ἀλλά χωρίς σύκα. Στα βάθη τῆς ψυχῆς τους νιώθουν ἀπόβλητοι. Καί τό χειρότερο καί πιό πικρό γι’ αὐτούς κάτι που γίνεται καί σήμερα εἶναι ὅτι κάποια στιγμή ὑποψιάζονται ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί τόν κατηγορεῖ ἐνδόμυχα για λαγνεία καί ἀκαθαρσία. Αρχίζουν να βλέπουν το γάμο σαν νομιμοποίηση τῆς λαγνείας καί τῆς ἐπιθυμίας τους, εἴτε τό πιστεύουν αὐτό εἴτε ὄχι, κυρίως μάλιστα ὅταν δέ γνωρίζουν τό Θεό καί δέ νιώθουν πάνω τους τό εὐεργετικό Του χέρι.
Έτσι τ’ ἄτεκνα ζευγάρια συνήθως δέν εἶναι μακρόβια κι ἡ χαρά τους εἶναι περιορισμένη. Τίποτα δέν εἶναι τόσο ἀπογοητευτικό στον κόσμο ὅσο οἱ ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες, ἀκόμα κι ἄν ὅλα τ’ ἄλλα τά ‘χουν πλούσια. Ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε» (Γέν. α’ 28) εἶναι σάν ἕνα βουνό που στέκεται μπροστά στό ἄτεκνο ζευγάρι, ἔστω κι ἄν δέν τό συνειδητοποιοῦν. Ἴσως νά μήν τό κατανοοῦν ἐπειδή εἶναι ἀμαθεῖς, τό νιώθουν μέ τήν καρδιά τους ὅμως, τό αἰσθάνονται, γιατί εἶναι σάν μιά ἀνεξίτηλη σφραγίδα πού σφραγίζει κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, ὅπως κι ὅλες οἱ βασικές ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Τή θλίψη που νιώθουν τά ἄτεκνα ζευγάρια τή συναντάμε πολλές φορές στην Αγία Γραφή ἀλλά καί στή σύγχρονη πραγματικότητα, σέ ζευγάρια κάθε ἡλικίας.
«Τάς ἡμέρας ταύτας», ὅμως ἔγινε ἕνα θαῦμα. Ἡ Ἐλισάβετ, ἄν καί προχωρημένη στήν ἡλικία, συνέλαβε. Πῶς γίνεται αὐτό; θά ρωτήσουν ὅλοι ἐκεῖνοι πού βλέπουν ἐπιφανειακά καί λογικά τά πράγματα, ἐκεῖνοι πού γλιστροῦν ἐπιπόλαια πάνω στά φαινόμενα, ὅπως ἐκεῖνος πού γλιστράει πάνω στον πάγο. Αλλά κι ὅσοι πιστεύουν πώς ὁ κόσμος δέ σώζεται μέ κανέναν ἄλλον τρόπο παρά μόνο μέ θεία επέμβαση, ἀκόμα κι ἐκεῖνοι γυρίζουν ἀλλοῦ τό κεφάλι τους κι ἀρνοῦνται τό θαῦμα, ἀναρωτιοῦνται κι αὐτοί πῶς μπορεῖ νά γίνει αὐτό. Αν ὁ Θεός δέν ἦταν ζωντανός καί παντοδύναμος, τότε και μιά ἄλλη ὕπαρξη δέ θά ὑπῆρχε, τίποτα δέ θά γινόταν. Γιά νά γεννηθεῖ ἕνα παιδί δέν ἔχει σχέση ἄν μιά γυναίκα εἶναι καρπερή ἤ ὄχι. Από τη στιγμή που πιστεύουμε πώς ὑπάρχει Θεός κι εἶναι παντοδύναμος, ὅλα εἶναι πιθανά. Ὁ Θεός δέν ὑπόκειται στούς φυσικούς νόμους πού ὁ ἴδιος ἔφτιαξε για να δεσμεύονται οἱ ἄλλοι, ὄχι ὁ ἴδιος. Δέν ἔφτιαξε τούς φυσικούς νόμους γιά νά περιορίσει τή δύναμή Του, μά γιά νά τούς χρησιμοποιήσει καί νά ἐργαστεῖ τό ἀναγκαῖο ἔλεός Του. Τά μηχανήματα πού φτιάχνει ὁ ἄνθρωπος δεν περιορίζουν τήν ἐλευθερία πού ἔχει νά τά χρησιμοποιήσει μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλον τρόπο. Ἔτσι κι ὁ κόσμος πού δημιούργησε ὁ Θεός, μέ τούς φυσικούς νόμους πού ἔθεσε, δέν περιορίζει τήν ἐλευθερία Του νά ἐνεργεῖ μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλον τρόπο, σύμφωνα μέ τήν ἀγάπη Του καί τίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐκεῖνοι πού ἀποκτοῦν παιδιά δέν τό κάνουν μέ τή δική τους δύναμη, ἀλλά μέ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι πολύ προσεχτικός, σέβεται τη ζωή καί τή δίνει ὅπως Ἐκεῖνος νομίζει. Επιτρέπει τη σύλληψη ὅπου Ἐκεῖνος νομίζει καί δέν τήν ἐπιτρέπει ὅπου νομίζει πώς δέν πρέπει. Γι’ αὐτό συμβαίνει καμιά φορά νά βλέπουμε νέα ζευγάρια πού ἐνῶ ἔχουν ὅλες τίς φυσικές προϋποθέσεις, δέν ἀποκτοῦν παιδιά. Αντίθετα ἄλλες φορές βλέπουμε ἡλικιωμένα ζευγάρια πού, παρά τούς φυσικούς νόμους, τεκνοποιοῦν.
Ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος Κύριος τῆς ζωῆς. Κι ὅπου ὁ ἴδιος θέλει ν’ ἀσκήσει την κυριότητά Του, ἡ φύση κι οἱ νόμοι της δέν ἔχουν καμιά δύναμη, ἀτονοῦν. Ὅπως τό ἴδιο ἀδύναμοι κι ἀνίσχυροι εἶναι οἱ μάγοι, στούς ὁποίους πολλές φορές καταφεύγουν στείρες γυναῖκες για βοήθεια ἀπό ἄγνοια, ἐπειδή δέ γνωρίζουν ὅτι ἐκεῖνοι δέν εἶναι ὑπηρέτες καί ὄργανα τῆς θείας δύναμης, ἀλλά τῆς πονηρῆς καί σκοτεινῆς δύναμης τῶν δαιμόνων.
Ὁ ἄνθρωπος περιμένει κάποιο θαῦμα ἀπό τό Θεό. Κι ὅταν ὅμως τό θαῦμα αὐτό γίνει, δέν τό πιστεύει. Ἡ φύση γιά τόν ἄνθρωπο ἔγινε τό δέντρο της γνώσης. Κρυμμένος κάτω ἀπό τή σκιά τῆς φύσης, ἐπειδή εἶναι γυμνός, λαχταρᾶ νά τόν ἐπισκεφτεῖ ὁ Θεός. Κι ἀπό τήν ἄλλη τρέμει καί φοβᾶται τήν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Θεός δέν τόν ἐπισκέπτεται, παραπονιέται. Ὅταν τόν ἐπισκεφτεί, τόν ἀπορρίπτει. Παλιά στόν παράδεισο ὁ Αδάμ βρισκόταν ἀνάμεσα σέ δυό δέντρα, τό δέντρο τῆς ζωῆς καί τό δέντρο τῆς γνώσης. Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ σήμερα βρίσκονται ἐπίσης ἀνάμεσα σε δυό δέντρα: τό Θεό, πού εἶναι τό δέντρο τῆς ζωῆς καί τή φύση, πού εἶναι τό δέντρο τῆς γνώσης. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος. Ἡ ὑπακοή κι ἡ ταπείνωσή του δοκιμάζονται καί σήμερα ὅπως καί τότε. Ἡ σύνεση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ καρδιά κι ἡ θέλησή του πρέπει νά δοκιμαστοῦν. Χωρίς πειρασμό δέν ὑπάρχει ἐλευθερία, χωρίς ἐλευθερία δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος, παρά δυό εἴδη πέτρας ἡ κινητή καί ἡ ἀκίνητη.
Οἱ ἀλήθειες αὐτές εἶναι ἁπλές καί ξεκάθαρες. Ἡ ψυχή δέν μπορεῖ νά κατανοεῖ μέ γήινη ἀντίληψη. Δέν μπορεῖ ν’ ἀποκτήσει ἀληθινή γνώση, γιατί τήν πνευματική της όραση τήν καλύπτει σάν μέ σύννεφο ἡ ἁμαρτία. Ὅλο αὐτά τά γνώριζε ἡ Ἐλισάβετ, ἡ ἁπλή κι ἀφοσιωμένη ἡλικιωμένη γυναίκα. Ἔτσι δέν ἔνιωσε καμιά έκπληξη σάν βρέθηκε μέ παιδί σέ μεγάλη ἡλικία. Γι’ αὐτό κι ἀμέσως ἀναφώνησε μέ εὐεξήγητη ετοιμότητα γιά τήν ἄκαιρη τεκνοποίησή της: «Ὅτι οὕτω ἐποίησέ μοι Κύριος ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις» (Λουκ. α’ 25). Γιατί; Ἡ ἴδια δέν τό ξέρει ἀκόμα κι ἀπό ταπείνωση οὔτε πού τολμᾶ νά τό φανταστεί πόσο σπάνιος και μεγάλος θά εἶναι ὁ καρπός τῆς κοιλιᾶς της. Τίποτα δεν ξέρει γιά τό σπουδαιότατο ρόλο πού θα παίξει στήν ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Δέ γνωρίζει πώς ὁ γιός της θά εἶναι ὁ προφήτης, ὁ Πρόδρομος και Βαπτιστής. Ἀγνοεῖ τό βαθύ σχέδιο πού ἔχει ὁ Θεός ὅταν ἔρθει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, δέν ἀντιλαμβάνεται πόσο μυστικά ἐνεργεῖ ὁ Θεός μέ τούς δούλους καί τίς δοῦλες του. Μυστικά καί ἤρεμα. Τό μόνο πού γνωρίζει εἶναι ἕνας ἀπλός καί συγκινητικός λόγος γιά τή δωρεά πού τῆς ἔκανε ὁ Θεός: «Ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ταῖς ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις» (Λουκ. α’25). Τό θαῦμα τοῦ Θεοῦ τό ἑρμηνεύει σαν σημεῖο τοῦ ἐλέους του πρός αὐτήν. Κι ἔτσι εἶναι, ἀλλά ὄχι μόνο. Αν τό θαῦμα αὐτό τό εἶχε ἑρμηνεύσει ὡς σημεῖο τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ πρός ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, πού ἦταν στεῖρο καί ἄγονο, θά ἔλεγε αὐτά περίπου: Ιδού, μέ τό θαῦμα αὐτό ὁ Θεός προετοιμάζει ἕνα μέγιστο θαῦμα, μέ τό ὁποῖο θέλησε ν’ ἀποβάλει τήν κατάρα τῆς ἀνθρωπότητας ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων.
Εν δέ τῷ μηνί τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριήλ ὑπό τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ἢ ὄνομα Ναζαρέτ, πρός παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαβίδ, καί τό ὄνομα τῆς Παρθένου Μαριάμ» (Λουκ. α’ 26-27. Ὁ ἕκτος μήνας ἀναφέρεται στήν ἐγκυμοσύνη τῆς Ἐλισάβετ, ἀπό τήν ἡμερομηνία πού συνέλαβε τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Γιατί τόν ἕκτο μήνα; Γιατί ὄχι τόν τρίτο, τόν πέμπτο ἤ τόν ἕβδομο; Επειδή ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε τήν ἕκτη μέρα, μετά τή δημιουργία τοῦ κόσμου ὁλόκληρου. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀνακαινιστής τῆς δημιουργίας. Ἔρχεται ὡς ὁ νέος Δημιουργός κι ὁ νέος Ανθρωπος. Ὅλα ἔγιναν καινούργια μέ Αὐτόν. Στη νέα αὐτή κτίση, ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἡ πρώτη κτίση, ἡ δημιουργία, ἦταν πρόδρομος τοῦ παλαιοῦ ̓Αδάμ. Ὁ Ἰωάννης παρουσιάζει στο Χριστό ὁλόκληρη τήν ἐπίγεια φύση μαζί μέ τόν παλαιό ἄνθρωπο, πού μαζί του μετανοεῖ. Θά παρουσιαστεί μπροστά στον Κύριο ἐκπροσωπώντας ὁλόκληρο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ὡς ἄνθρωπος πού μετανοεῖ καί κήρυκας τῆς μετάνοιας. Ὁ ἕκτος μήνας, τότε πού ὁ ἀγέννητος Ἰωάννης «ἐσκίρτησε» στην κοιλιά τῆς μητέρας του, ἀπεικονίζει καί τήν ἕκτη ἐποχή πού γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀλλά καί τήν ἕκτη σφραγίδα τῆς ̓Αποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου (στ’ 12).
Ἐν δέ τῷ μηνί τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριήλ. Στο μεγάλο γεγονός της πρώτης δημιουργίας οἱ ἄγγελοι κατέχουν την πρώτη θέση. «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός τόν οὐρανόν καί τήν γῆν». (Γέν. α’1). Μέ τή λέξη «οὐρανόν» ἐδῶ ὑπονοοῦμε τούς ἀγγέλους, ὅλες τίς τάξεις τῆς οὐράνιας ἱεραρχίας. Ἐδῶ τώρα, πού ἀρχίζει τό μέγιστο γεγονός τῆς νέας δημιουργίας, πάλι οἱ ἄγγελοι ἐμφανίζονται πρῶτοι. Ἄγγελος, ὅπως εἶπε ὁ προφήτης Δανιήλ, ὅρισε το χρόνο πού θά γεννηθεῖ ὁ βασιλιάς τῶν βασιλέων. Ἄγγελος, μέ τό στόμα τοῦ προφήτου Ἡσαΐα καί ἄλλων προφητῶν, μίλησε γιά τόν τρόπο τῆς γέννησής του. Ἄγγελος ἀνήγγειλε στον Ζαχαρία τόν ἀρχιερέα τη γέννηση τοῦ Προδρόμου. Ἄγγελος τώρα ἀναγγέλει τή σάρκωση καί γέννηση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ὅταν γεννήθηκε ὁ σαρκωμένος Θεός, χορός ἀγγέλων ἔψαλλε πάνω ἀπό τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Κάθε πράξη τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ εἶναι χαρά, γιατί ὁ Θεός δέν κάνει τίποτα ἀπό ἀνάγκη, ὅπως διδάσκουν διάφορες πλανεμένες φιλοσοφίες καί εἰδωλολατρικές θρησκεῖες. Κάθε πράξη της δημιουργίας εἶναι χαρά γιά τό Θεό. Καί τή χαρά αὐτή θέλει νά τή μοιραστεῖ μέ ἄλλους. Ἡ χαρά πού πηγάζει ἀπό πραγματική ἀγάπη, εἶναι τό μόνο ἐπίγειο καί οὐράνιο πράγμα πού δέ λιγοστεύει όταν μοιράζεται, ἄν τολμά κανείς να μιλήσει γιά αὔξηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού εἶναι πηγή τῆς χαρᾶς καί τῆς ἀγάπης.
Ὅταν ὁ Θεός δημιούργησε τούς ἀγγέλους στην πρώτη δημιουργία, τούς ἔκανε ἀμέσως συμμετόχους και συνεργάτες Του στίς ἑπόμενες ἐνέργειές Του. Ὅταν ἔπλασε τόν ‘Αδάμ, τόν ἔκανε ἀμέσως συνεργάτη του στην εὐθύνη καί τή διαχείριση τοῦ παραδείσου καί ὅλων τῶν δημιουργημάτων Του. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τή Νέα Κτίση. Οἱ ἄγγελοι εἶναι κήρυκες τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Νέου Ανθρώπου. Ὁρίζοντας τή βασιλεία Του ὁ Χριστός ἔκανε ἀμέσως συνεργάτες Του τούς ἀποστόλους, ἔπειτα κι ἄλλους ἀνθρώπους, γιά νά ἐργαστοῦν μαζί Του ὄχι μόνο ὅσο ζούνε στή γῆ, ἀλλά καί μετά τό φυσικό τους θάνατο. Στη συνεργασία αυτή ὁ Κύριος καλεῖ ὡς σήμερα τούς ἁγίους, τούς μάρτυρες κι ὅσους ἄλλους κρίνει ἄξιους γιά τό ἔργο αὐτό. Σε ποιόν θά πήγαινε ὁ μέγας ἀρχάγγελος Γαβριήλ; Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν ὁμιλία του στόν Εὐαγγελισμό:
Ἕνας στρατιώτης στάλθηκε γιά ν’ ἀναγγείλει τό μυστικό τοῦ βασιλιά. Το μυστικό αὐτό γνωρίζεται μόνο μέ τήν πίστη, δέν τό ἀγγίζει καί δέν τό ἑρμηνεύει ἡ περιέργεια. Εἶναι ἕνα μυστικό μπροστά στό ὁποῖο πρέπει νά ὑποκλιθεί κανείς μέ σεβασμό. Τό βάρος κι ἡ ἀξία του δέν μετριέται μέ ἀνθρώπινα μέτρα. Είναι το μυστικό πού ἑρμηνεύεται μόνο μέ θεία, ὄχι μέ ἀνθρώπινη ἀντίληψη καί κατανόηση.
Σέ ποιόν στάλθηκε ὁ ἀρχάγγελος; Πρός παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαβίδ. Ὁ μέγας ἀρχάγγελος τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκε σέ Παρθένο. Γιατί ὁ πάναγνος Θεός, Ἐκεῖνος πού θά ἐγκαινίαζε τό νέο κόσμο, τη νέα κτίση, ἔπρεπε νά ‘ρθει ἀπό ἁγνή Παρθένο. Ο νέος κόσμος θά διακρίνεται ἀπό ἁγνότητα καί τιμιότητα, σέ ἀντίθεση μέ τόν παλαιό κόσμο πού εἶχε γίνει ἀκάθαρτος λόγω τῆς πεισματικῆς ἀνυπακοῆς στο Δημιουργό του. Ἡ Παρθένος λειτουργεῖ ὡς εἴσοδος, ἀπό τήν ὁποία ὁ Λυτρωτής θά εἰσέλθει στόν κόσμο πού θά γίνει τό ἐνδιαίτημα κι ὁ χῶρος τοῦ σωστικοῦ ἔργου Του. Παρθένος, ὄχι γυναίκα. Ἡ γυναίκα, σέ ὅποιο πνευματικό ἐπίπεδο κι ἄν ἔχει φτάσει, ἀνήκει στόν παλαιό κόσμο, στην παλαιά κτίση, ἀνήκει στόν ἄντρα της. Δέν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό ἐγκόσμιες ἐπιθυμίες καί προοπτικές. Γι’ αυτό κι ἔπρεπε νά βρεθεῖ ὄχι γυναίκα μά παρθένος, ἡ πάναγνη Παρθένος, πού εἶχε δοθεῖ ἀπόλυτα μόνο στό Θεό κι εἶχε ἀποξενωθεῖ ἀπό τόν κόσμο. Τέτοια παρθένος φύτρωσε κι ἀναπτύχτηκε στον παρακμασμένο κόσμο μας σάν κρίνο πού ἀνθίζει σε κοπρόλοφο, ἀκέραιη κι ἀνέπαφη ἀπό τήν παρακμή του κόσμου.
Ἡ ἐκλεκτή Παρθένος παραδόθηκε ὡς μνηστή στόν Ἰωσήφ, πού ἦταν συγγενής της. Γιά ποιό λόγο μνηστεύτηκε; Γιατί ἔτσι οἰκονόμησε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά προστατευτεῖ ἀπό τόν ἐμπαιγμό ἀνθρώπων καί δαιμόνων. Αν δέν εἶχε μνηστευτεί προτοῦ γεννήσει, ποιός ἄνθρωπος θά πίστευε πώς ὁ Υἱός της είχε γεννηθεῖ ὑπερφυσικά, χωρίς νά ἰσχύσουν οἱ φυσικοί νόμοι; Ποιός ἐπίγειος δικαστής θά τήν προστάτευε σ ̓ αὐτήν τήν περίπτωση ἀπό τήν ἀκαμψία καί τή σκληρότητα τοῦ νόμου; Ἡ θεία πρόνοια δέν ἤθελε να θέσει σε κίνδυνο καί μπελάδες τήν ἐκλεκτή Του, δέν ἤθελε να βάλει σέ μεγάλους πειρασμούς τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι οἰκονόμησε να προστατέψει τήν Παρθένο καί τή γέννηση μέ τή «μνηστεία» της. Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν ὁμιλία του στό κατά Ματθαῖον:
Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔκρυψε στήν ἀρχή πολλά πράγματα, κάλεσε τόν ἑαυτό Του Υἱό τοῦ ἀνθρώπου καί δέν ἀποκάλυψε παντοῦ ἀνοιχτά πώς εἶναι ἕνας μέ τόν Πατέρα, γιατί τότε νά ξαφνιαζόμαστε μ’ αὐτήν τή μυστικότητα, κατά τήν προετοιμασία τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ καί μέγιστου μυστηρίου;
Γιατί τό ὄνομα τοῦ μνήστορος ἦταν Ἰωσήφ; Γιά νά μᾶς θυμίσει τόν ἁγνό καί πάγκαλο Ἰωσήφ πού ἄν καί ζοῦσε μέσα στη φιλήδονη Αἴγυπτο, διαφύλαξε τή σωματική καί πνευματική του ἁγνότητα. Καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο διευκολύνει τους πιστούς στό νά πιστέψουν εὐκολότερα πώς ὁ καρπός τῆς παρθένου Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἦταν πραγματικά ἐκ Πνεύματος Αγίου κι ὄχι «ἐκ θελήματος σαρκός».
«Καί εἰσελθών ὁ ἄγγελος πρός αὐτήν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετά σοῦ· εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν» (Λουκ. α’ 28). Ἡ νέα κτίση εἶναι χαρά για τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό κι ἀρχίζει μέ καλές κι εὐχάριστες εἰδήσεις, μέ τόν εὐαγγελισμό. «Χαῖρε!» Μέ τή λέξη αὐτή ἀρχίζει τό ἔργο τῆς νέας κτίσης. Εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ ἐναρκτήρια, πού ἀκούγεται ἐνῶ ἡ αὐλαία τοῦ μεγάλου ἔργου μόλις αρχίζει ν’ ἀνοίγεται. Ὁ Γαβριήλ ὀνόμασε τήν Παρθένο «εὐλογημένη». Γιατί; Επειδή ἡ ψυχή της ἦταν καθαρή σάν τό ἱερό τοῦ ναοῦ, γεμάτη μέ τά ζωοποιά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γεμάτη οὐράνια εὐωδία κι ἁγνότητα. Δέν εἶναι εὐλογημένοι ἐκεῖνοι πού ἡ ψυχή τους εἶναι κλειστή γιά τό Θεό καί ἀνοιχτή μόνο γιά τή γῆ, αὐτοί πού ἀποπνέουν μόνο χῶμα, γῆ, ἁμαρτία καί θάνατο. Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν. Ἐκεῖνος πού στέκεται μπροστά στό Θεό εἶναι εὐλογημένος. Απουσία τοῦ Κυρίου σημαίνει ἀπουσία εὐλογίας. Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι κατάρα. Ἡ παρουσία Του εἶναι εὐλογία. Από την ἀγάπη πού δείχνει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο εἶναι φανερό, πώς ὁ Θεός δέν ἀπομακρύνεται ποτέ ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὅταν ἐκεῖνος δέν ἀπομακρύνεται πρῶτος ἀπό κοντά Του.
Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο φανερώνει τήν ἀπεριόριστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Μ’ ὅλο πού ὁ ἄνθρωπος ξεμάκρυνε ἀπό τό Θεό, ἄν καί αὐτός δημιούργησε ἀπόσταση ανάμεσα στόν ἴδιο καί τό Θεό, ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος πού κάνει τό πρῶτο βῆμα γιά νά προσεγγίσει τόν ἄνθρωπο, να γεφυρώσει τό χάσμα πού τούς χωρίζει. Τήν ἄβυσσο αὐτήν ἀνάμεσά τους τήν ξεκίνησε μιά γυναίκα. Καί τώρα μιά ἄλλη γυναίκα γίνεται ἡ γέφυρα πάνω ἀπό τήν ἄβυσσο. Ἡ Εὔα ἁμάρτησε πρώτη. Καί μάλιστα αὐτό ἔγινε μέσα στόν παράδεισο, ὅπου ὅλα τήν προστάτευαν ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἡ Μαρία ἦταν ἡ πρώτη πού ἀντιστάθηκε στούς πειρασμούς. Κι αὐτό ἔγινε μέσα στο σκοτάδι τοῦ κόσμου, ὅπου ὅλα σέ τραβοῦν στήν ἁμαρτία. Γι’ αὐτό κι ἡ Εὔα τόν πρῶτο καρπό πού ἔδωσε στή γῆ ἦταν ὁ Κάιν, ὁ ἀδελφοκτόνος. Ἡ Μαρία ὅμως γέννησε τόν Ἥρωα τῶν ἡρώων πού ὁδήγησε τή γεννιά τῶν ἀδελφοκτόνων, τούς καρπούς τῆς ἀνυπάκουης Εὔας, μακριά ἀπό τή σκιά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.
«Ἡ δέ ἰδοῦσα (τόν Γαβριήλ) διεταράχθη ἐπί τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καί διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος» (Λουκ. α’ 29). Τί παιδικότητα! Η Μαρία εἶναι πραγματικά ἕνα παιδί. Ὁ Κύριος εἶπε: «Εάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη’ 3). Ὁ κόσμος αὐτός, μέ τούς πειρασμούς καί τίς ἐπιθυμίες του, γερνά γρήγορα τόν ἄνθρωπο. Ἡ παιδική μας ἡλικία εἶναι πολύ μικρή, σύντομη καί στήν ἐποχή μας συντομεύεται ἀκόμα περισσότερο. Ποιός μπορεῖ νά γυρίσει καί νά ξαναγίνει παιδί; Ἡ Μαρία ἦταν παιδί κι ἔμεινε παιδί σ’ ὅλη της τή ζωή ἐπειδή ἦταν ἁγνή καί ἀθώα, ἐπειδή είχε φόβο Θεοῦ καί ὑπακοή σ ̓ Αὐτόν. Γι’ αὐτό κι εἶχε μπεῖ στή βασιλεία τοῦ Υἱοῦ Της προτοῦ ἀκόμα Αυτός κηρύξει τή βασιλεία Του. Γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρισκόταν μέσα Της (πρβλ. Λουκ. ιζ’ 21).
Ἡ παιδικότητά της τήν ἔκανε να τρομάξει μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ ἀγγέλου. Η παιδική της ἁπλότητα τήν ἔκανε ν’ ἀπορήσει, να διερωτηθεῖ τί νά σήμαινε ὁ ἀσπασμός του. Στη συμπεριφορά της αὐτή δέν ὑπῆρχε τίποτα τό ψεύτικο, τό θεατρικό. Ὅλα ἦταν παιδικά, ἁπλά, ἁγνά, καθαρά κι ἀθώα.
Ὁ μέγας ἀρχάγγελος, ὁ Γαβριήλ, που παρίστατο στή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ χρόνου, πού εἶχε τή δύναμη να διαβάζει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, κατάλαβε ἀμέσως τήν ταραχή καί τίς ἀνήσυχες σκέψεις τῆς Παρθένου πιό καθαρά ἀπ’ ὅ,τι ἐμεῖς βλέπουμε τό σῶμα μας. Εἶδε τήν ταραχή τῆς ψυχῆς της καί τήν καθησύχασε γρήγορα μέ τά ἀγγελικά λόγια του:
«Μή φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῷ» (Λουκ. α’ 30). Μή φοβᾶσαι, παιδί μου! Μή φοβᾶσαι κεχαριτωμένη κόρη τοῦ Θεοῦ! Μή φοβᾶσαι ὑπερευλογημένη πάνω ἀπ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιατί ἀπό σένα θά ‘ρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος! Μή φοβοῦ, εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῷ! Τά τελευταῖα αὐτά λόγια του ἀναιροῦν τούς ἰσχυρισμούς κάποιων δυτικῶν θεολόγων σχετικά μέ τήν «ἄσπιλη σύλληψή» Της, ὅτι δηλαδή ἡ Παρθένος Μαρία γεννήθηκε ἀπό τούς γονείς της χωρίς τη σκιά τῆς ἁμαρτίας τοῦ Αδάμ. ̓́Αν ἦταν ἔτσι τά πράγματα, γιατί νά τῆς πεῖ ὁ ἄγγελος ὅτι βρῆκε χάρη στο Θεό; Ἡ χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού ὑποδηλώνουν καί τή συγχώρηση, δίδονται σ ̓ ἐκεῖνον πού ἔχει ἀνάγκη τό ἔλεος, πού τό ἀναζητᾶ. Ἡ πάναγνος Παρθένος ἔκανε ἡρωικές προσπάθειες γιά νά ὁδηγήσει την ψυχή της στό Θεό. Καί στήν ἀνοδική αὐτή προσπάθειά της συνάντησε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἅγιος Ανδρέας Κρήτης, ἐμπνευσμένος ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀποστολή τοῦ ἀρχάγγελου Γαριήλ, ἔγραψε τό ἀκόλουθο σχόλιο γιά τήν ἁγία Παρθένο:
Μή φοβοῦ, Μαριάμ, εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῷ», μιά χάρη πού δέν τήν ἔλαβε οὔτε ἡ Σάρα οὔτε ἡ Ρεββέκα. Βρήκες τή χάρη πού οὔτε ἡ Μεγάλη Ἄννα δέν ἀξιώθηκε νά βρεῖ. Ἔγιναν κι αὐτές μητέρες, ἀλλά ἔχασαν τήν παρθενικότητά τους. Ἐσύ ὅμως ἔγινες μητέρα, αλλά διατήρησες καί τήν παρθενία σου ἀνέπαφη. Γι αυτό μή φοβᾶσαι, γιατί βρῆκες χάρη στο Θεό, μιά χάρη πού κανένας ἄλλος ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔλαβε ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ χρόνος.
Ἡ ἁγνή ψυχή τῆς Παρθένου ἠρέμησε. Καί τότε ὁ φτερωτός ἀρχάγγελος τοῦ Θεοῦ τῆς ἔδωσε τό μεγαλύτερο ἀπό τά οὐράνια μηνύματα: «Ἰδού συλλήψῃ ἐν γαστρί καί τέξῃ υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καί υἱός ὑψίστου κληθήσεται, καί δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός τόν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρός αὐτοῦ, καί βασιλεύσει ἐπί τόν οἶκον Ἰακώβ εἰς τούς αἰῶνας, καί τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. α’ 31-33). Ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ μιλάει καθαρά, μέ λεπτομέρειες. Θα συλλάβεις «ἐν γαστρί», λέει, δηλαδή σωματικῶς. Τήν ἴδια περίπου ἔκφραση χρησιμοποιεῖ ὁ Ψαλμωδός ὅταν λέει στον 50ό ψαλμό του (στίχ. 12) «καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου». Δίνοντας ἔμφαση στο λόγο ἐν γαστρί ὁ ἀρχάγγελος, εἶναι σά νά θέλει προκαταβολικά νά μᾶς προφυλάξει ἀπό τίς πλανεμένες διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν Δοκητῶν ὅτι ὁ Χριστός τάχα δέν εἶχε πραγματικό σῶμα κι ὅτι δέ γεννήθηκε πραγματικά. Πώς δέν ἦταν δηλαδή πραγματικά και σωματικά ἄνθρωπος, ἀλλά ἕνα ὁμοίωμά του.
Αλλά καί τό ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι γεμάτο νοήματα. Αὐτό τό ὄνομα ἔφερε κι ὁ γιός τοῦ Ναυῆ, πού ὁδήγησε τούς Ἰσραηλίτες στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, προεικονίζοντας ἔτσι τό ρόλο τοῦ Σωτήρα Ἰησοῦ πού ὁδήγησε τό ἀνθρώπινο γένος στην πραγματική κι αἰώνια γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ὅλα τά ὑπόλοιπα πού εἶπε ὁ Αρχάγγελος ἀπέβλεπαν σέ μιά προσπάθεια να πείσει τήν Παρθένο πώς ὁ γιός της θά ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Πώς θά ἦταν Υἱός τοῦ Ὑψίστου. Πώς ὁ Θεός θά τοῦ ἔδινε τό θρόνο τοῦ Δαβίδ καί πώς θά γινόταν παντοτινός βασιλιάς τοῦ οἴκου Ἰακώβ.
Ὅλ ̓ αὐτά βρίσκονταν στό νοῦ κάθε Ἰσραηλίτη, ἀλλά πολύ περισσότερο στό νοῦ τῆς πνευματικά φωτισμένης Παρθένου Μαρίας. Το μόνο πού ἔμενε τώρα ἦταν ν’ ἀποκτήσει συγγενική σχέση μέ τό Μεσσία. Ο Αρχάγγελος δέν τῆς τ ̓ ἀποκάλυψε ὅλα σχετικά μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ, παρά μόνο ὅσα τῆς ἦταν γνωστά ἀπό τίς προφητεῖες καί κατανοητά ἀπό τήν Αγία Γραφή. Δέν τῆς μίλησε γιά τόν παγκόσμιο και πανανθρώπινο ρόλο τοῦ Ἰησοῦ ὡς Σωτήρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί τῶν φυλῶν. Δέν τῆς εἶπε πώς θά εἶναι ὁ ἱδρυτής τῆς πνευματικῆς βασιλείας, ὁ κριτής ζώντων καί νεκρῶν. Ακόμα λιγότερα τῆς φανέρωσε πώς ὁ Υἱός της θά εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό Ἕνα ἀπό τά Τρία αἰώνια Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Αν τῆς τά εἶχε πεῖ ὅλ ̓ αὐτά, ἡ ταραχή της θά ἦταν πολύ μεγαλύτερη. Ἡ παιδικότητα κι ἡ ἁγνότητά Της δέν τήν ἔκαναν καί παντογνώστρια. Είχε πολλά ἀκόμα νά μάθει ἀπό τό γιό της, τόσο στον παρόντα χρόνο, ὅταν «συνετήρει τά ρήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β ́ 19), ὅσο καί στήν αἰωνιότητα. Ο Αρχάγγελος κινήθηκε πιστά μέσα στο πλαίσιο τῆς ἑβραϊκῆς παράδοσης καί ἀντίληψης. Συγκέντρωσε καί ἕνωσε ὀργανικά ὅλα ὅσα ἦταν σκόρπια στούς προφῆτες (Ησ. θ’ 6-8, ι’16, ια’ 1, Ἱερ. κε’ 5, λ’ 9, Ιεζ. λδ’ 24, Ωσηέ γ’ 5, Μιχ. ε’ 4, Ψαλμ. ρλα’ 11, Δαν. β’ 44 κλπ.). Κι ὅλα αὐτά τά γνώριζε καλά ἡ Παρθένος. «Ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυίδ ἀλήθειαν καί οὐ μή ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» (Ψαλμ. ρλα’ 11).
Ἡ Παρθένος ἄκουσε τό οὐράνιο μήνυμα καί μέ τήν παιδική της ἁγνότητα ρώτησε τόν ἐπισκέπτη της: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω;» (Λουκ. α’ 34). Τά λόγια αὐτά δέν ἐκφράζουν κάποια δυσπιστία στό ἀγγελικό μήνυμα, ἀλλά τήν καθαρότητα καί τήν ἀθωότητά της. Τί θ ̓ ἀπαντοῦσε κάποιος ἀπό σᾶς σ’ ἕνα παρόμοιο μήνυμα πού θά σᾶς ἔφερνε ὁ πιό ἀσυνήθιστος ἐπισκέπτης; Αὐτό πού θά γινόταν στη σίγουρα φοβισμένη καί τρέμουσα καρδιά σας θά ἦταν αὐτό πού ἔνιωσε κι ἡ ἁγνή Παρθένος; Εκείνη δέν εἶπε κανένα λόγο παραπανίσιο. Αν ἡ ἐρώτησή της ήταν παραπανίσια γιά τήν ἴδια, δέν εἶναι ὅμως γιά μᾶς. Γιά χάρη μας τό εὐλογημένο πνεῦμα της ἔκανε τήν ἐρώτηση πού ὅλοι μας θά θέλαμε να κάνουμε, ἀφοῦ δεσμευόμαστε ἀπό τούς φυσικούς νόμους. Γιά νά ‘χουμε γέννηση, εἶναι ἀπαραίτητος ὁ ἄντρας. Ποῦ λοιπόν εἶναι ὁ ἄντρας ἐδῶ; Αὐτό εἶναι πού ὅλοι μας θά εἴχαμε ρωτήσει, ἐπειδή ζοῦμε μακριά ἀπό τήν ἐλευθερία πού ἀπολαμβάνει ὁ παντοδύναμος Θεός, ἐπειδή νιώθουμε πάνω μας τό βάρος τῶν φυσικῶν νόμων. Ἔτσι γιά χάρη μας, ἦταν ἀπαραίτητο να κάνει ἡ Παρθένος τήν ἐρώτηση αὐτή. Γιά ν ̓ ἀκούσουμε τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν Αρχάγγελο. Ποιά ἀπάντηση ἔδωσε ὁ ̓Αρχάγγελος;
«Πνεῦμα ̔́Αγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ. καί ἰδού Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καί αὐτή συνειληφυῖα υἱόν ἐν γήρει αὐτῆς, καί οὗτος μήν ἕκτος ἐστίν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· ὅτι οὐκ ἀδυνατίσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα» (Λουκ. α’ 35-37).
Αὐτή εἶναι μιά πλήρης καί ἱκανοποιητική απάντηση. Ὅπου Θεός βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις. Ὅταν ὁ ζῶν Θεός ἐφαρμόζει τό θέλημά Του γιά νά ἐργαστεῖ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φύση κι οἱ νόμοι της ἀτονοῦν, εἶναι σά νά μήν ὑπάρχουν. «Ἡ χάρη δέν ὑπόκειται στο νόμο τῆς φύσης», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας. Ὁ ἴδιος ὁ ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, μαρτυρεῖ πώς «τό πνεῦμα ἐστί τό ζωοποιοῦν» (Ἰωάν. στ’ 63).
Τό Πνεῦμα χορηγεῖ ζωή ἄμεσα καί ἔμμεσα. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔδωσε ἄμεσα ζωή στόν παράδεισο, πρίν ἀπό τήν πτώση. Μετά την πτώση ἔδινε ζωή ἔμμεσα, μέ τή δημιουργία ψυχῆς καί σώματος. Αναφέρουμε τήν ἔμμεση αὐτή ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς «φυσική», σύμφωνη με το φυσικό νόμο. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὅμως ἔχει τό δικαίωμα καί τήν ἀπεριόριστη δυνατότητα να δώσει ζωή καί ἄμεσα, σύμφωνα μέ τή θέληση καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Αλλά καί σέ σχέση μέ τήν ἔμμεση δωρεά τῆς ζωῆς, πάλι τό Πνεῦμα εἶναι ὁ Κύριος καί Ζωοδότης. Από μόνη της ἡ φύση δέν εἶναι παρά σκιά, ἕνα παραπέτασμα, ἀπ’ ὅπου ἐνεργεῖ τό Πνεῦμα. Υπάρχουν ὅμως βαθμοί καί στάδια ἐμμεσότητας. Τό Πνεῦμα μερικές φορές ἐνεργεῖ περισσότερο κι ἄλλες πάλι λιγότετο ἔμμεσα. Τέτοια παραδείγματα ἔχουμε μέ τίς παραγωγικές καί τίς στείρες γυναῖκες. Ἡ Ἐλισάβετ ἦταν στείρα, ἀλλά ὄχι ἀπόλυτα. Τό ἴδιο γινόταν μέ τή μητέρα τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Σαμψών καί τοῦ Σαμουήλ. Ἡ σύλληψη μιᾶς ἡλικιωμένης γυναίκας δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἄμεση ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀφοῦ ὅλες οἱ γυναῖκες πού εἶναι ἀπόγονοι τῆς Εὔας, παραγωγικές ἤ στείρες, συλλαμβάνουν «ἐν ἁμαρτίαις», δέν εἶναι ἀμέτοχες σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν καί παθῶν. Ἡ μόνη σύλληψη μέ ἄμεση ἐνέργεια, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ σύλληψη τῆς πάναγνης Παρθένου Μαρίας. Στήν ἱστορία τῆς δημιουργίας, ἀπό τόν Αδάμ μέχρι τό Χριστό, ποτέ δέν εἴχαμε περιστατικό τέτοιας γέννησης. Αὐτή εἶναι ἡ μοναδική περίπτωση στήν ὥς τώρα ἱστορία, ἀλλά καί στήν αἰωνιότητα. Κι αὐτή εἶναι ἡ σύλληψη καί γέννηση τοῦ Κυρίου.
«Ὅτι οὐκ ἀδυνατίσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα». Αὐτό σημαίνει πώς κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ ἐφαρμόζεται στην ὁλότητά του. Ὁ Θεός μᾶς λέει μέ τόν ἐμπνευσμένο προφήτη Του Ἡσαΐα: «Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν» (Ησ. ζ’ 14). Αὐτό ἐκπληρώνεται τώρα. Από τήν ἴδια τή στιγμή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, το μόνο που μποροῦμε νά ποῦμε γιά τό Θεό είναι πώς «εἶπε καί ἐγενήθησαν». «Τα λόγια Κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τῆ γῆ, κεκαθαρμένον ἑπταπλασίως» (Ψαλμ. ια’ 7).
Ἡ Παρθένος Μαρία δέν ἀμφισβήτησε καθόλου τά θεϊκά λόγια πού τῆς ἀποκάλυψε ὁ ̓Αρχάγγελος. Αν τά εἶχε ἀμφισβητήσει, ὅπως ἔκανε ὁ Ζαχαρίας ὁ ἱερέας, ἴσως εἶχε τιμωρηθεῖ ὅπως ἐκεῖνος. Μ’ ὅλο πού στίς ἀπαντήσεις καί τῶν δυό τους ὑπάρχει κάποια ὁμοιότητα, ἡ καρδιά τους ἦταν ἐντελῶς διαφορετική. Κι ἐκεῖνο πού βλέπει ὁ Θεός εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Δυό ὁλότελα διαφορετικές καρδιές μποροῦν νά διατυπώσουν παρόμοια λόγια.
Ἡ ταπεινή Παρθένος ἄκουσε τήν ἐξήγηση πού τῆς ἔδωσε ὁ ἀγγελιαφόρος τοῦ Θεοῦ καί συμπλήρωσε τή συζήτησή της μέ τόν Αρχάγγελο μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» (Λουκ. α’38). Δέν εἶπε, «ἰδού ἡ δούλη σου, ἀρχάγγελε», ἀλλά «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου». Γνώριζε πώς ὁ ἀρχάγγελος ἦταν ἁπλά ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ, μετέφερε τό θέλημά Του. Ήταν κι αυτός δυνατός καί ἀθάνατος, ἀλλά ὡς ὑπηρέτης τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά δέν εἶπε «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα τοῦ Κυρίου», ἀλλά «κατά τό ρῆμά σου». Ἔδειξε ἔτσι σεβασμό καί τιμή στόν ἀθάνατο λειτουργό τοῦ οὐράνιου οἰκοδεσπότη. Κι οἱ δυό αυτές σκέψεις της φανερώνουν τήν ἄμεση ὑπακοή καί τήν τέλεια ταπείνωσή της. Τέτοια σοφή ἀπάντηση μόνο μιά καρδιά που πλημμύριζε από καθαρότητα μποροῦσε νά δώσει. Γιατί σέ τέτοια καρδιά δίδεται εὔκολα καί ἄμεσα ἀληθινή σοφία. Τη στιγμή τοῦ πειρασμοῦ στόν παράδεισο ἡ Εὔα τήν ξέχασε αὐτή τή γλώσσα καί πρόσεξε τά λόγια τοῦ σατανᾶ, ἡ καρδιά της τη στιγμή αὐτή ἦταν ἀκάθαρτη, σκοτισμένη. Λόγω του σκοτισμοῦ αὐτοῦ ἡ σοφία τήν ἐγκατέλειψε. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ παρακοή σκότισαν τήν καρδιά της ἀλλά καί τό νοῦ της. Από τήν ὑπερηφάνεια καί τήν παρακοή της στο Θεό ὁ παλιός κόσμος γκρεμίστηκε, το γένος τῶν ἀνθρώπων παραμορφώθηκε κι ἡ κτίση ὁλόκληρη στενάζει. Ο νέος κόσμος ἔπρεπε να θεμελιωθεῖ στήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή. Ἡ ταπείνωση κι ἡ ὑπακοή τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνουν κάθε λόγο. Μόνο ὁ Υἱός της, ὁ Σωτήρας κι ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου, θά τήν ξεπεράσει σε ταπείνωση κι ὑπακοή.
Τελικά ὁ φτερωτός ἀγγελιοφόρος τοῦ «κεφαλαίου τῆς σωτηρίας» μας πέταξε ψηλά στόν οὐρανό, κοντά στούς ἀθάνατους συντρόφους του. Τα καλά νέα, ὁ «εὐαγγελισμός» του, δέν εἶναι ἕνας ἁπλός λόγος, ἀλλά μεταφράστηκε ἀμέσως σέ ἔργο, ὅπως καί κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μιλάει καί γίνεται, «εἶπε καί ἐγένετο».
Στή γῆ, πού ἦταν καταραμένη λόγω του χωρισμοῦ της ἀπό τό Θεό καί τῆς ἐπίδρασης που δεχόταν ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, δέν εἶχε φτάσει ποτέ ἕνα τόσο χαρμόσυνο κι ἐλπιδοφόρο μήνυμα σαν κι αὐτό πού ἔφερε ὁ ἀστραφτερός καί θαυμάσιος ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Ποιά γλώσσα δέ θά τόν δοξάσει καί ποιά καρδιά δέ θά νιώσει εὐγνωμοσύνη ἀπέναντί του;
Ποτέ ἥλιος δέν καθρεφτίστηκε τόσο λαμπερά σέ διαυγή νερά, ὅσο στον καθρέφτη τῆς πάναγνης καρδιᾶς τῆς Παρθένου Μαρίας. Γράφει ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος γιά τήν παρθενία:
Ὦ παρθενία, πού χαροποιεῖς τήν καρδιά καί οὐρανοποιεῖς τή γῆ!
Ὦ παρθενία, κτῆμα ἀγαθό, ἀμόλυντο ἀπό ἄγρια θηρία!
Ὦ παρθενία, πού κατοικεῖς στίς ἄκακες καί ταπεινές ψυχές και μεταποιεῖς τό λαό τοῦ Θεοῦ!
Ὦ παρθενία, πού ἀνθίζεις σάν λουλούδι στήν ψυχή και στό σῶμα καί πλημμυρίζεις τόν οἶκο μέ τό ἄρωμά σου!
Ἡ διαυγής πρωινή αυγή, ἀπ’ ὅπου προβαίνει ὁ ἥλιος, θά σάστιζε μπροστά στην καθαρότητα κι ἁγνότητα τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀπό τήν ὁποία γεννήθηκε ὁ ἀθάνατος ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός καί Σωτήρας μας. Ποιό γόνυ δέ θά κλίνει μπροστά της καί ποιά γλώσσα δέ θά κραυγάσει:
«Χαῖρε, εὐλογημένη! Χαῖρε, αὐγή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου! Χαῖρε, τιμιωτέρα τῶν χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα τῶν σεραφείμ! Δόξα στόν Υἱό σου, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων». Αμήν!
Δημοσίευση σχολίου