Αρχική » Blog » Στη Γέννηση τοῦ Χριστοῦ Β’ (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Στη Γέννηση τοῦ Χριστοῦ Β’ (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

by
Χριστούγεννα (Ομιλία)

Ἐκεῖνο τόν καιρό τόν κόσμο κυβερνοῦσε ὁ Καίσαρας Αὔγουστος. Ἡ παντοκρατορία του σ’ ὁλόκληρη τή γῆ εἶναι μιά εἰκόνα τῆς παντοκρατορίας τοῦ Θεοῦ στούς δύο κόσμους: τόν ὑλικό καί τόν πνευματικό. Ὁ πολυκέφαλος δράκοντας τῆς ἐξουσίας πού εἶχε προξενήσει ἀπό τήν ἀρχή τῆς πτώσης μεγάλη παρακμή στούς ἀνθρώπους, τώρα εἶχε μείνει μ’ ἕνα κεφάλι. Ὅλα τά γνωστά ἔθνη κι οἱ λαοί τῆς γῆς βρίσκονταν ἄμεσα ἤ ἔμμεσα στήν ἐξουσία τοῦ Καίσαρα Αὐγούστου, εἴτε πληρώνοντας σ ̓ αὐτόν φόρο υποτέλειας εἴτε ἀναγνωρίζοντας τούς ρωμαϊκούς ἀξιωματούχους καί τούς ρωμαϊκούς θεούς. Ὁ πόλεμος γιά ἐξουσία είχε σταματήσει. Ἡ μοναδική ἐξουσία πού κυβερνοῦσε τόν κόσμο ὁλόκληρο βρισκόταν στα χέρια του Καίσαρα Αὐγούστου. Πάνω ἀπ’ αὐτόν δέν ὑπῆρχε οὔτε ἄνθρωπος οὔτε καί Θεός. Αὐτοανακηρύχτηκε θεός κι οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν θυσίες στήν εἰκόνα του, σφάζοντας ζῶα. Από τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος κανένας ἄλλος ἄνθρωπος στή γῆ δέν εἶχε συγκεντρώσει τόση ἐξουσία καί δύναμη ὅση ὁ Αὔγουστος. Κυβερνοῦσε τόν κόσμο χωρίς ἀντίπαλο.

Εἶναι γεγονός πώς από τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ὁ πλασμένος ἀπό τό Θεό ἄνθρωπος ποτέ δέν εἶχε ἐξαθλιωθεῖ τόσο πολύ, δέν εἶχε ταπεινωθεῖ, δέν εἶχε ἔρθει σε τόση ἀπόγνωση ὅπως τήν ἐποχή αυτή. Τήν ἐποχή πού ἕνας ἄνθρωπος, μέ ὅλες τίς ἀδυναμίες καί τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων, μέ περιορισμένη ζωή ὅση περίπου μιᾶς ἰτιᾶς, μέ στομάχι, εντόσθια, συκώτι καί νεφρά, πού σέ λίγες δεκαετίες θα γινόταν τροφή τῶν σκουληκιῶν, στάχτη, ἕνας ἄνθρωπος πού τό ἄγαλμά του, πού στήθηκε τήν ἐποχή τῆς βασιλείας του, θά ἐπιβίωνε τῆς δικῆς του δύναμης καί βασιλείας.

Τήν ἐποχή ἐκείνη λοιπόν τῆς ἐξωτερικῆς εἰρήνης καί τῆς ἐσωτερικῆς ἀπόγνωσης, γεννήθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ ἀνθρώπινου γένους καί ἀνακαινιστής τῆς κτίσης. Γιατί δέ διάλεξε να γεννηθεῖ ὡς υἱός τοῦ παντοδύναμου Καίσαρα; Από μιά ἄποψη, ἔτσι θά μποροῦσε νά ἱδρύσει μια νέα θρησκεία χωρίς νά ὑποφέρει, χωρίς να ταπεινωθεῖ, δίχως να χύσει τό αἷμα Του καί νά φορέσει ἀκάνθινο στεφάνι, δίχως να σταυρωθεῖ καί νά ἐνταφιαστεῖ στό σκοτεινό τάφο. Μέ τήν ἀπόλυτη δύναμή του ὁ Καίσαρας θά μποροῦσε νά κάνει τα πάντα. Θά μποροῦσε νά δώσει μιά διαταγή κι ὅλα τά εἴδωλα τῆς αὐτοκρατορίας θά καταστρέφονταν μέσα σέ μιά μέρα. Ἔτσι θά ἔπαυε ἡ ψεύτικη λατρεία τους καί θά τήν ἀντικαθιστοῦσε ἡ πίστη στόν Ἕνα καί ἀληθινό Θεό, τό Δημιουργό οὐρανοῦ καί γῆς. Γιατί ἔπρεπε ὁ Χριστός νά γεννηθεῖ σ’ ἕνα ἄγνωστο ἔθνος, τούς Ἰσραηλῖτες, σ ̓ ἕνα ἄγνωστο χωριό, τη Βηθλεέμ, κι από μιά ἄγνωστη Παρθένο, τη Μαρία; Ήταν σοφή ἡ ἀπόφαση τοῦ Κυρίου να γεννηθεῖ μέσα σέ τόση ταπείνωση, να ζήσει, νά ὑπομείνει θάνατο, ν ̓ ἀναστηθεῖ καί νά περάσει μισός αιώνας ἀπό τή γέννησή Του γιά ν’ ἀκουστεῖ τὸ ὄνομά Του στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία; Δέ θά ἦταν πολύ καλλίτερο καί γρηγορότερο τό ἀποτέλεσμα ἄν εἶχε γεννηθεῖ στήν πρωτεύουσα τοῦ κόσμου, στήν ἔνδοξη Ρώμη, μέσα στο παλάτι τοῦ Καίσαρα; Τί θά γινόταν ἄν τό ἀστέρι ἀπό τήν Ανατολή φώτιζε τη Ρώμη; Πῶς θά φάνταζε ἄν οἱ ἄγγελοι ἔψαλλαν τούς ὕμνους τῆς εἰρήνης καί τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπό τή χρυσή ὀροφή τοῦ αὐτοκρατορικοῦ παλατιοῦ, ὥστε νά τούς ἀκούσουν οἱ πιό εὐγενεῖς καί ἰσχυροί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου κι ἔτσι να στραφοῦν καί νά προσκυνήσουν τό Χριστό ὡς Θεάνθρωπο καί Σωτήρα; Αν ὁ Χριστός ζοῦσε ἀπό μικρός στο παλάτι, δέ θά ‘κανε ὅλα τά παιδιά τῶν εὐγενῶν νά πιστέψουν στό εὐαγγέλιό Του; Αν εἶχε κάνει τήν περίφημη ὁμιλία Του μέ τούς μακαρισμούς στη ρωμαϊκή αγορά, δέ θά εἶχε μαλακώσει τις καρδιές τῶν δύο περίπου ἑκατομμυρίων κατοίκων τῆς Ρώμης; Ἔτσι σιγά σιγά, βῆμα βήμα, ἡ καινούργια πίστη θά γινόταν γνωστή, ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θά εἶχε ἱδρυθεῖ στή γῆ κι ὁ Χριστός θά εἶχε ἐνθρονιστεῖ, ὄχι στό θρόνο κάποιου βοσκοῦ βασιλιά πού λεγόταν Δαβίδ, ἀλλά στο θρόνο τοῦ παντοδύναμου Καίσαρα Αὐγούστου.

Τί θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς γι ̓ αὐτήν τήν ὑπόθεση; Τίποτα περισσότερο ἀπό τό ὅτι εἶναι μιά καταγέλαστη ἀνοησία. Ὁ Θεός ἄς μᾶς συγχωρήσει πού τολμήσαμε νά καταγράψουμε τέτοιες ανοησίες. Το κάνουμε ὅμως μέ καλή πρόθεση. Γιά νά διδαχτοῦν ἐκεῖνοι πού στό μυαλό καί τήν καρδιά τους περνᾶνε τέτοιες ἀνόητες σκέψεις ὅταν ἀσχολοῦνται μέ τή γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιά ν’ ἀποδείξουμε πόσο ανόητη εἶναι ἡ ὑπόθεση αὐτή (στήν οὐσία αὐτό εἶναι τόσο δύσκολο, ὅσο εἶναι νά φυσήξεις τη στάχτη πάνω ἀπό ἀναμένα κάρβουνα), θά θυμήσουμε ἁπλά στόν ἀναγνώστη πώς ὁ Θεός ἔπλασε τόν πρῶτο ἄνθρωπο ἀπό τήν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη Του. Ὅτι ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπό δυό βασικές ἀρχές: τήν ἐλευθερία καί τήν ὑπακοή. Ἡ ἐλευθερία συνίσταται στη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου να κατέχει τόν παράδεισο ὅπως νομίζει, μ ̓ ὅποιον τρόπο θέλει, να τρώει ἀπό κάθε καρπό πού παράγεται στον παράδεισο καί νά κουμαντάρει τά ζῶα ὅπως νομίζει. Ἡ ὑπακοή στό Θεό ἦταν ἡ καθοδηγητική αρχή τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο ὁ Θεός εἶναι τέλειος στήν ἐλευθερία Του καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό καθοδηγητικές αρχές, καθώς εἶναι ἄτρεπτος. Ἡ ὑπακοή ἀντιστάθμισε τήν ἀτελή σοφία καί ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, μαζί μέ τήν ἐλευθερία καί τή θέληση πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ἔγινε ἕνα τέλειο πλάσμα.

Ὁ Αδάμ γεύτηκε τήν ἐλευθερία του στόν παράδεισο μέ τό νά κουμαντάρει ἑκατομμύρια πλάσματα σ ̓ ὅλη τήν κτίση. Δέν εἶναι κι αυτή μιά μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀπεριόριστης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Ἡ ὑπακοή του Αδάμ μποροῦσε νά δοκιμαστεῖ σέ μιά μονάχα ἐντολή πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί πού ἀφοροῦσε σ ̓ ἕνα μονάχα πράγμα σ ̓ ὁλόκληρο τόν παράδεισο: στο δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Δέν εἶναι κι αυτή μιά ἀπόδειξη τῆς ἄπειρης ἀγάπης καί συγκατάβασης τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο;

Κάποια στιγμή ὅμως ὁ  ̓Αδάμ κι ἡ Εὔα πλησίασαν στό δέντρο τῆς γνώσης. Καί τότε ἁμάρτησαν. Ἡ ταπείνωσή τους γύρισε σέ ὑπερηφάνεια, ἡ πίστη τους σέ ἀμφιβολία κι ἡ ὑπακοή τους σε παρακοή. Ἔτσι τό τέλειο πλάσμα τοῦ Θεοῦ ἔχασε τήν ἰσορροπία τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς καί τῆς θέλησής του, γιατί σκέφτηκε κι ἐπιθύμησε το κακό. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο απώθησε τό καθοδηγητικό χέρι τοῦ Θεοῦ κι ἔπεσε στή νεκρική ἀγκαλιά τοῦ σατανᾶ. Ἐδῶ εἶναι τό κλειδί πού ἐξηγεῖ ὅλα ὅσα συνέβησαν στό ἀνθρώπινο γένος. Ἐδῶ εἶναι τό κλειδί πού ἐξηγεῖ γιατί ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέ γεννήθηκε στη Ρώμη ὡς γιός του Καίσαρα Αὐγούστου, γιατί δέν ἐπέβαλε τή σωστική διδασκαλία Του μέ αὐτοκρατορική δύναμη και μέ διαταγές. Ὅταν τό παιδί σπρώχνει το χέρι τῆς μητέρας του κι ἐγγίζει τήν ἄβυσσο τοῦ κινδύνου, ποιά μάνα ντύνεται στά μεταξωτά καί φτιάχνει μαρμάρινη σκάλα γιά νά κατέβει στα βάθη τῆς ἀβύσσου νά σώσει τό παιδί της;

Ὁ Θεός θά μποροῦσε νά περιφρουρήσει τό δέντρο στόν παράδεισο με φωτιά τόσο μεγάλη καί δυνατή, ὥστε ὁ Αδάμ κι ἡ Εὔα νά μήν μποροῦν νά πλησιάσουν. Τί θά γινόταν τότε ὅμως ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγαπημένης ὕπαρξης πού ἔπλασε ὁ Θεός, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ μικροῦ αὐτοῦ θεοῦ; Τί διαφορά θά εἶχε τότε ὁ ὑπέροχος ἄνθρωπος ἀπ ̓ ὅλα τ’ ἄλλα πλάσματα πού δέν ἀξιώθηκαν νά ‘χουν τέτοια ἐλευθερία;

Γιά τό Θεό θά ἦταν πολύ εὔκολο νά γεννηθεῖ ὁ Σωτήρας στη Ρώμη, να κληθεί γιός τοῦ Καίσαρα καί μέ διαταγή, φωτιά καί ξίφος, ὅπως ἔκανε ὁ Μωάμεθ, να ἐπιβάλει τή νέα πίστη στήν ἀνθρωπότητα. Τί θά γινόταν τότε ὅμως ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγαπημένης ὕπαρξης πού ἔπλασε ὁ Θεός, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ μικροῦ αὐτοῦ θεοῦ;

Θά μποροῦσε ὁ Θεός νά ἐπιλέξει κάποιον εὐκολότερο τρόπο. Δέν εἶχε ἀνάγκη νά στείλει τό μονογενή Υιό Του στόν κόσμο, ἀλλά νά στείλει ἕναν ὁλόκληρο στρατό μέ ἁγίους ἀγγέλους καί νά ἠχήσουν οἱ σάλπιγγές τους ἀπό τή μιά ἄκρη τῆς γῆς στήν ἄλλη. Οἱ ἄνθρωποι τότε θά ‘πεφταν στα γόνατα με φόβο καί τρόμο, θ ̓ ἀναγνώριζαν τόν ἀληθινό Θεό καί θά ἐγκατέλειπαν τή λατρεία τῶν εἰδώλων. Καί πάλι ὅμως, τί θά γινόταν τότε ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγαπημένης ὕπαρξης πού ἔπλασε ὁ Θεός, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ μικροῦ αὐτοῦ θεοῦ;

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔπρεπε νά δείξει, τόσο καθαρά ὅσο εἶναι ὁ ἥλιος, τέσσερα πράγματα πού ὁ ἄνθρωπος, ἀλλοτριωμένος πιά καί μέ σκοτισμένο νοῦ, εἶχε ρίξει στή λήθη:

α) τήν ταπεινή, υλική ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό,

β) τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο,

γ) τή χαμένη βασιλική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου και, τελευταῖο,

δ) τή βασιλική δύναμη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔδειξε ταπεινή, υλική υπακοή μέ τό ν’ ἀποφασίσει να γεννηθεί κατά σάρκα σάν ἄνθρωπος. Το ταπεινωμένο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἦταν γι’ αὐτόν ἕνα σπήλαιο πιό ταπεινωτικό κι ἀπό τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Ἔδειξε ἀκόμα τήν ταπείνωσή Του μέ τό νά γεννηθεῖ μέσα στη φτώχεια, χωρίς καμιά εὐκολία κι ἄνεση πού ἀπαιτεῖ ἡ ζωή. Γεννήθηκε σ ̓ ἕνα ἄγνωστο ἔθνος, σ ̓ ἕνα ἀκόμα πιό ἄγνωστο χωριό κι ἀπό μιά μητέρα ἐντελῶς ἄγνωστη στον κόσμο. Ο Νέος Αδάμ ἔπρεπε να θεραπεύσει τόν παλαιό Αδάμ ἀπό τήν παρακοή και τήν ὑπερηφάνεια. Το φάρμακο ἦταν ἡ ὑπακοή κι ἡ ταπείνωση. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος δέν ἦρθε στόν κόσμο ἀπό τήν ὑπερήφανη Ρώμη ἀλλά ἀπό τή Βηθλεέμ, δέ γεννήθηκε στήν αὐτοανακηρυγμένη θεία οἰκία τοῦ Αὐγούστου, ἀλλά στόν ταπεινό οἶκο τοῦ Δαβίδ.

Ἡ πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφτηκε ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ μέ τά πάθη πού ὑπόμεινε γιά τό ἀνθρώπινο γένος. Πῶς θά μποροῦσε ὁ Κύριος να δείξει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τά πάθη καί τά βάσανά Του ἄν εἶχε γεννηθεί στη Ρώμη, στά παλάτια τοῦ Καίσαρα; Ὅποιος ἔχει μάθει να διατάζει καί νά κυβερνᾶ, τά βάσανα τά λογαριάζει ταπεινωτικά.

Τή βασιλική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου στη φύση, στή σωματική κι αἰσθητική του φύση, ὅπως καί στήν κτίση πού τόν περιβάλλει, τήν ἔδειξε ὁ Κύριος Ἰησοῦς μέ τίς μακρές νηστείες Του, μέ τήν ἀφοβία Του μπροστά σ’ ὅλους τούς κινδύνους καί τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς καί μέ τά θαύματά Του, μέ τά ὁποῖα ἀποκαλύφτηκε ἡ δύναμή Του στη φύση.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔδειξε τή βασιλική δύναμη τοῦ Θεοῦ στή ζωή καί τό θάνατο πιό καθαρά μέ τήν ἔνδοξη ἀνάστασή Του ἐκ νεκρῶν.

Ἄν ὁ Χριστός εἶχε γεννηθεῖ στή Ρώμη, ὡς γιός τοῦ Καίσαρα Αὐγούστου, ποιός θά πίστευε ὅτι νηστεύει, ὅτι κάνει θαύματα ἤ ὅτι ἀναστήθηκε; Δέ θά ‘λεγε ὁ κόσμος πώς ὅλα ἦταν προσχεδιασμένα, πώς διαδόθηκαν μέ ὑπερβολή ἀπό μιά προπαγάνδα καί μέ τή χρήση τοῦ αὐτοκρατορικοῦ χρυσοῦ;

Τελικά πρέπει νά παραδεχτοῦμε πώς ἡ ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶχε τά ὅριά της. Καί τά ὅρια αὐτά τά ἔθετε ἡ ἁμαρτία. Μέσα ἀπό τόση ἀκαθαρσία (ἀκαθαρσία πνευματική, ἠθική καί φυσική) τῆς Ρώμης καί τοῦ παλατιοῦ τοῦ Καίσαρα, ὁ Θεός δέ θά μποροῦσε νά κατέβει στή γῆ. Ἐκεῖνος τοῦ Ὁποίου καθῆκον ἦταν να καθαρίσει τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τή βρωμιά τῆς ἁμαρτίας ἔπρεπε νά γεννηθεῖ μέσα σέ ἁγνότητα, ἀθωότητα κι ἀναμαρτησία.

Είναι φανερό πώς ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ πού ἐνήργησε στη γέννηση τοῦ Σωτήρα μας (δηλαδή ἡ ἐπιλογή τοῦ ἔθνους, τῆς φυλῆς, τοῦ τόπου, τῆς μητέρας) εἶναι τόσο ἀνεξιχνίαστη, ὅσο κι ἡ σοφία πού ἔδειξε κατά τή δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Θεός δέν τά κάνει σάν μάγος, ἀλλά σάν νοικοκύρης. Δημιουργεῖ ἀργά, ἀλλά χτίζει σέ γερά θεμέλια. Σπέρνει καί περιμένει να φυτρώσει ὁ σπόρος, να βγάλει στήν ἀρχή ἄνθος καί μετά καρπό. Ὑπομένει καρτερικά χιλιάδες ἀνατροπές, γιά νά καταγάγει στο τέλος αἰώνια νίκη.

Ἐκεῖνες τίς μέρες ὁ Καίσαρας ἔδωσε ἐντολή να γίνει ἀπογραφή σ’ ὅλη τήν οἰκουμένη. Κάθε ἄνθρωπος ἔπρεπε νά πάει στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του γιά νά ἀπογραφεῖ ἐκεῖ. Τί ὑπερηφάνεια κρύβει ἡ ἐνέργεια αυτή γιά τόν κυρίαρχο αὐτοῦ τοῦ κόσμου! Τί ταπείνωση γιά τούς ἀνθρώπους! Κάθε τί πού μηχανεύεται ὁ σατανάς ὅμως γιά νά ταπεινώσει τό Θεό, γυρίζει ἐναντίον του. Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ τόν ταπεινώνει. Ὁ Θεός δοξάζεται και προχωρεῖ στό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Μέ ὅπλο τήν ὑπέρτατη ἐξουσία τοῦ Καίσαρα στή γῆ, ὁ σατανάς ἐπιχειρεῖ νά πλήξει το Θεό, να τόν ταπεινώσει. Ὁ Θεός ὅμως ἀξιοποίησε τήν ἐξουσία αὐτή γιά νά φέρει εἰρήνη στον κόσμο τότε πού ὁ βασιλιάς τῆς εἰρήνης ἔμελλε ν’ ἀποκαλυφτεῖ στόν κόσμο. Μέ πρόσχημα μια γενική ἀπογραφή ὁ σατανάς θέλησε να δώσει ἔμφαση στήν ὑποδούλωση ὅλων τῶν ἀνθρώπων σ ̓ ἕναν ἄνθρωπο, πλασμένο ἀπό τό Θεό. Ὁ Θεός ἀξιοποίησε τήν ἀπογραφή αὐτή γιά νά ἐκπληρωθεῖ ἡ προφητεία πώς ὁ Σωτήρας μας θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ.

Ἐκεῖνες τίς μέρες λοιπόν «ἀνέβη καί Ἰωσήφ ἀπό τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρέτ εἰς τήν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυίδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διά τό εἶναι αὐτόν ἐξ οἴκου καί πατριᾶς Δαυίδ» (Λουκ. β’4). Ἡ ἀπόσταση ἀπό τή Ναζαρέτ στη Βηθλεέμ εἶναι τρεῖς μέρες μέ τά πόδια. Ἡ Ἁγία Παρθένος ἦταν ἔγκυος. Εἶναι προφανές λοιπόν ὅτι ἡ ἁγία οἰκογένεια θά χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο γιά νά φτάσει στην πόλη τοῦ Δαβίδ. Πόσο δύσκολο, πόσο κουραστικό πρέπει νά ‘ταν τό ταξίδι αὐτό! Πρῶτα ἔπρεπε νά διασχίσουν τη μεγάλη καί μονότονη πεδιάδα τῆς Γαλιλαίας, μετά ν’ ἀνεβοκατέβουν τά βουνά τῆς Σαμάρειας και μετά να περάσουν μέσα ἀπό τήν κακοτράχαλη και γεμάτη ἀγκάθια ἔρημο τῆς Ἰουδαίας. Κι ἂν ἀκόμα στη μακρά καί δύσβατη αὐτή διαδρομή, ἐκτός ἀπό τήν κούραση δέν πείνασαν, σίγουρα δίψασαν, καθώς σ’ ὅλο αὐτό τό δρόμο ὑπάρχουν μόνα τρεῖς πηγές. Εὔκολα μπορεῖ νά φανταστεί κανείς πόσα πλήθη συνωστίζονταν σέ κάθε μιά ἀπό τίς πηγές αὐτές τόν καιρό τῆς ἀπογραφῆς. Ὁ ταπεινός καί ὑπάκουος Κύριος ὅμως ἦρθε στον κόσμο ἀπό ἕναν κακοτράχαλο δρόμο, ταξιδεύοντας σ ̓ αὐτόν μέσα στην κοιλιά τῆς μητέρας Του. Ὁ Καίσαρας ἔδωσε ἐντολή να μετρηθοῦν ὅλοι οἱ ὑπήκοοί του. Κι Ἐκεῖνος στόν Ὁποῖο ὑπακούουν τα Σεραφείμ πήγαινε ὑπάκουα γιά νά καταγραφεῖ σάν ὑπήκοος τοῦ ἐπίγειου Καίσαρα. Προτοῦ πεῖ στόν πρόδρομο κι ἐξάδελφό του ὅτι «πρέπον ἐστίν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. γ’ 15), τό εἶχε κιόλας ἐφαρμόσει αὐτό «ἐκ κοιλίας μητρός». Καί προτοῦ διατυπώσει τή διδασκαλία Του, «ἀπόδοτε τοίνυν τα Καίσαρος Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», τό εἶχε ἐφαρμόσει κυριολεκτικά προτοῦ βγεῖ ἀπό τήν κοιλιά της Μητέρας Του.

Ὁ Ἰωσήφ ἀνέβηκε στη Βηθλεέμ «ἀπογράψασθαι σύν Μαριάμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ» (Λουκ. β ́5). Ὁ ἅγιος Εὐαγγελιστής Λουκᾶς τόσο μέ τή σοφία του ὅσο καί μέ τήν ἔμπνευση καί τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δίνει ιδιαίτερη ἔμφαση στο γεγονός τῆς ὑπερφυσικῆς σύλληψης τῆς Παρθένου. Σε ὅλους ἐκείνους πού ἴσως σκανδαλίζονται μέ τό γεγονός αὐτό, ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἔρχεται να καθησυχάσει τή συνείδησή τους. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἦταν γιατρός, ἀρχικά τῶν σωμάτων, ἀργότερα καί τῶν ψυχῶν. Σαν σπουδασμένος γιατρός τῶν σωμάτων, προφανῶς εἶχε μελετήσει καί γνώριζε καλά τά αἴτια καί τ’ ἀποτελέσματα τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Είχε όμως τήν ἔμπνευση, ἀλλά καί τό θάρρος, να διαβεβαιώσει καί ν’ ἀποτυπώσει στό χαρτί ἕνα μοναδικό γεγονός. Ἕνα γεγονός κατά τό ὁποῖο ἀνώτερες δυνάμεις ἐπενέβησαν στούς φυσικούς νόμους και μια ζωή ἦρθε στήν ὕπαρξη μ’ ἕναν ἐξαιρετικά ἀσύλληπτο καί ὑπερφυσικό τρόπο.

Μιά μαρτυρία σάν κι αὐτή ἀπό ἕνα γιατρό ἔχει πραγματικά ἀνεκτίμητη αξία. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἐπισημαίνει περισσότερο ἀπ ̓ ὅλους τούς ἄλλους εὐαγγελιστές τή σύλληψη τῆς Παρθένου Μαρίας. Πρῶτα πρῶτα ἀναφέρει περισσότερα γιά τή συνομιλία τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ μέ τήν ἁγία Παρθένο (βλ. Λουκ. α’26-38). Ἐδῶ μᾶς λέει πώς ὁ Ἰωσήφ ταξίδεψε στη Βηθλεέμ μαζί μέ τή Μαρία, τή μνηστή του, πού ἦταν ἔγκυος, γιά ν’ ἀπογραφοῦν. Αναφερόμενος στη γενεαλογία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ λέει: «Καί αὐτός ἦν ὁ Ἰησοῦς ὡσεί ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόμενος, ὤν, ὡς ἐνομίζετο, υἱός Ἰωσήφ, τοῦ Ἡλί» (Λουκ. γ’23). Αυτό σημαίνει πώς ὁ Ἰησοῦς δέν ἦταν ὅπως νόμιζε ὁ κόσμος γιός τοῦ Ἰωσήφ, ἀλλά Υἱός τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι πραγματικά ἴσως ἡ πιό θαυμαστή καί στοργική πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνθρωπότητα. Γιά χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων ὁ Θεός μετέστρεψε τό Σαούλ, τό μεγαλύτερο διώκτη τῶν χριστιανῶν, στό μεγαλύτερο ὑπερασπιστή τοῦ χριστιανισμοῦ, τόν Παῦλο. Το Λουκᾶ, το γιατρό τῶν σωμάτων, τόν μετέστρεψε στο μεγαλύτερο μάρτυρα ἑνός μοναδικοῦ πνευματικοῦ γεγονότος αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Μ ̓ ὅλο πού ὁ Ἰωσήφ ἦταν ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ κι ὁ Δαβίδ καταγόταν ἀπό τή Βηθλεέμ, οὔτε ὁ Δαβίδ οὔτε ὁ τελευταῖος ἀπόγονός του δέν εἶχαν κάποιο συγγενή στη Βηθλεέμ. Ὁ Ἰωσήφ πῆγε στή Βηθλεέμ πού μόνο ἱστορικά καί πνευματικά ἦταν ἡ πόλη του. Τίποτ’ ἄλλο δέν τόν συνέδεε μαζί της. Δέν ὑπῆρχε κανένας συγγενής γιά νά τόν ὑποδεχτεῖ, οὔτε κάποιος γνωστός ἤ φίλος. «Οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι». Τα σπίτια ἀνῆκαν σέ ἄλλους, ὅπου οἱ οἰκοδεσπότες περίμεναν συγγενεῖς καί φίλους. Ὁ Ἰωσήφ ἔψαξε ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ μά δέ βρῆκε τίποτα, παρά μονάχα ἕνα σπήλαιο ὅπου οἱ βοσκοί μάζευαν τά ζωντανά τους.

Ἡ Ἰουδαία ἦταν γεμάτη από τέτοια σπήλαια. Ἐδῶ ὑπῆρχαν τά σπήλαια τῶν προφητῶν, τοῦ Μανασσῆ, ἐδῶ εἶναι τά σπήλαια τοῦ ὁσίου Σάββα του Ηγιασμένου, τοῦ ὁσίου Χαρίτωνα, τοῦ Χοτζεβᾶ. Ὑπάρχουν σπήλαια πάνω ἀπό τή Νεκρά Θάλασσα, ἐκεῖ ὅπου ὁ Δαβίδ κρύφτηκε ὅταν τόν κυνηγοῦσε ὁ Σαούλ, σπήλαια στό ὄρος τῶν πειρασμῶν. Κι ὅλα αὐτά, καθώς καί ἄλλα σπήλαια, μετά τή δόξα πού ἔλαβε τό σπήλαιο της Βηθλεέμ, ἔλαμψαν κι αὐτά μέ τό φῶς τῶν ἁγίων. Κι ὑπάρχουν κι ἄλλα πολλά σπήλαια ὅπου οἱ Βεδουίνοι ποιμένες σταλιάζουν τα πρόβατά τους μέχρι σήμερα, ὅπως μπορεῖ νά διαπιστώσει ὁ προσκυνητής τῶν Ἁγίων Τόπων.

«Καί ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον, καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. β’7). Ἐδῶ, ὅπως καί στό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου, πρέπει νά διαχωρίσει κανείς τή λέξη «πρωτότοκος» ἀπό τή λέξη «αὐτῆς» που προηγήθηκε. Ἡ λέξη πρωτότοκος δέν ἀναφέρεται στόν υἱό τῆς ἁγίας Παρθένου. Μιλάει γιά τό θεῖο Πρωτότοκο, τό μονογενή Υἱό τοῦ Θεοῦ πού στη νέα κτίση εἶναι «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (Ρωμ. η’29). Εἶναι ὁ μυστικός Πρωτότοκος στή βασιλεία τῆς  ̔Αγίας Τριάδας στήν αἰωνιότητα, ὁ ἱστορικός Πρωτότοκος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁρατῆς καί τῆς ἀόρατης βασιλείας Του.

Καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ. Τά καθαρά ἄχυρα εἶναι καλλίτερα ἀπό τά βρώμικα μετάξια. Πόσο πιό ἀναμάρτητη εἶναι ἡ φάτνη ἀπό τό παλάτι τοῦ Καίσαρα, τό σπήλαιο ἀπό τή Ρώμη, τήν πρωτεύουσα τοῦ ἐξουσιαστῆ τοῦ κόσμου τούτου. Ἄσε τό θεῖο βρέφος ν’ ἀνακλιθεί στη φάτνη λοιπόν, στο σπήλαιο! Τα πρόβατα κι οἱ ἀγελάδες δέ γνωρίζουν ἁμαρτία, οἱ βοσκοί ξέρουν πολύ λιγότερα τέτοια πράγματα ἀπό ἄλλους. Γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ φῶς ὑπάρχει ἐκεῖ πού δέν ὑφίσταται ἁμαρτία. Ἡ ζεστασιά εἶναι ἐκεῖ πού ὁ ἀέρας τῆς ἁμαρτίας δέ γεμίζει τά στήθη. Ποιός ξέρει πόσες φορές νά πῆγε στό σπήλαιο αὐτό ὁ Δαβίδ, ὁ γιός τοῦ Ἰεσσαί; Ἴσως νά ξεκίνησε ἀπό ἐκεῖ γιά ν’ ἀναμετρηθεῖ μέ τό Γολιάθ, πού τόν σκότωσε μέ μιά πέτρα τῆς σφεντόνας του, ἐνῶ ἐκεῖνος ἦταν ὁπλισμένος ὥς τά δόντια. Τώρα στο σπήλαιο αὐτό κεῖται τό νεογέννητο βρέφος πού, κατά τούς νόμους τῶν ἀνθρώπων, εἶναι ἀπόγονος τοῦ ἴδιου αὐτοῦ βοσκοῦ Δαβίδ. Κι αὐτό τό βρέφος θ ̓ ἀναμετρηθεί μ’ ἕναν φοβερό Γολιάθ, το σατανά, πού βασιλεύει στήν Ἱερουσαλήμ μεταμφιεσμένος σέ Γολιάθ Ἡρώδη, στή Ρώμη μεταμφιεσμένος σέ Γολιάθ Καίσαρα, στον κόσμο ὁλόκληρο μεταμφιεσμένος σε Γολιάθ ἁμαρτία καί στό μέγιστο ὅλων τῶν Γολιάθ τό θάνατο. Ολόκληρος ὁ στρατός τῶν δαιμόνων εἶναι ὁπλισμένος ὥς τά δόντια καί θά καγχάσει ἄν δεῖ τόν Ἰησοῦ να βαδίζει ἐναντίον του μέ κάποιο φαινομενικά ἄχρηστο ὅπλο, ὅπως κι ὁ Γολιάθ κάγχασε ὅταν εἶδε τό Δαβίδ μέ τή σφεντόνα του. Το νικηφόρο όπλο τοῦ Ἰησοῦ θά ‘ναι κάτι πιό ἁπαλό ἀπό τήν πέτρα. Θά εἶναι ξύλινο, ἕνας ξύλινος σταυρός.

Ἦταν νύχτα, μιά ἤρεμη νύχτα. Οἱ ταλαιπωρημένοι ταξιδιῶτες-ὑπήκοοι τοῦ Καίσαρα ἀναπαύονταν, ἀναπλήρωναν μέ τόν ὕπνο τίς δυνάμεις τους. Μόνο οἱ ποιμένες ἀγρυπνοῦσαν, παρέμεναν «ἀγραυλοῦντες καί φυλάσσοντες φυλακάς τῆς νυκτός ἐπί τήν ποίμνην αὐτῶν» (Λουκ. β ́8). Τό σπήλαιο της Βηθλεέμ πρέπει νά ‘ταν ἔξω ἀπό τήν πόλη, διαφορετικά δέ θά μποροῦσαν νά τό χρησιμοποιοῦν οἱ ποιμένες. Αργότερα ὅμως πού τό σπήλαιο αὐτό ἔγινε ὁ πιό σπουδαῖος τόπος τῆς Βηθλεέμ, ἡ πόλη μεγάλωσε πολύ καί τό περικύκλωσε. Μισή ὥρα ἀνηφορικός δρόμος ἀπό τή Βηθλεέμ ὑπάρχει ἕνα χωριουδάκι, γνωστό ὡς «τῶν ποιμένων». Ἡ παράδοση λέει πώς στό χῶρο αὐτό ἔβαζαν οἱ ποιμένες τα πρόβατα. Από τή συνομιλία πού εἶχαν μέ τούς ἀγγέλους πού τούς ἐμφανίστηκαν, συμπεραίνουμε πώς οἱ ποιμένες θά πρέπει νά βρίσκονταν σέ κάποια ἀπόσταση καί ἀπό τό σπήλαιο καί ἀπό τή Βηθλεέμ: «Διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός» (Λουκ. β’ 15).

Ἡ ἀληθινή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἴδια ἡ Αγία Γραφή, μᾶς γνωρίζει πώς ὅταν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκαν στούς ἀγραυλοῦντες ποιμένες, ἡ δόξα τοῦ Κυρίου τούς κάλυψε καί κεῖνοι φοβήθηκαν ὑπερβολικά. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ πού φωτίζει τούς ἄγγελους και τούς δίκαιους εἶναι θαυμαστή. Πολλοί ἄνθρωποι ἀξιώθηκαν νά δοῦν στή ζωή τους σωματικά τό φῶς αὐτό τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ περιγράφει αὐτό πού εἶδε ὁ ἴδιος: «Καί εἶδον . . . ὡς ὅρασιν πυρός καί τό φέγγος αὐτοῦ κύκλῳ. ὡς ὅρασις τόξου, ὅταν ἡ ἐν τῇ νεφέλῃ ἐν ἡμέραις ὑετοῦ, οὕτως ἡ στάσις τοῦ φέγγους κυκλόθεν. αὕτη ἡ ὅρασις ὁμοιώματος δόξης Κυρίου· καί εἶδον καί πίπτω ἐπί πρόσωπόν μου» (Ιεζ. Α’27-28).

Ὁ ἄγγελος πού ἦταν καλυμμένος μέ τήν οὐράνια δόξα καθησυχάζει τους ποιμένες μέ τά ἑξῆς λόγια: «Μή φοβεῖσθε· ἰδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ. ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαβίδ. καί τοῦτο ὑμῖν τό σημεῖον εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ» (Λουκ. β ́10-12).

Στη Νέα Κτίση οἱ ἄγγελοι λειτουργοῦν ὡς κήρυκες τοῦ Δημιουργοῦ. Ἄγγελος ἐμφανίστηκε ἀρχικά στην ἁγία Παρθένο Μαρία, μετά στο δίκαιο Ἰωσήφ, τώρα στούς ποιμένες. Καί θά συνεχίσουν οἱ ἄγγελοι νά ἐμφανίζονται στούς «μάγους ἐξ Ἀνατολῶν». Τα πάντα γίνονται σύμφωνα μέ τίς ἀνάγκες τοῦ σχεδίου καί τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀρχάγγελος χαιρέτησε τήν ἁγία Παρθένο μέ τό «Χαίρε». Παρόμοια λέξη χρησιμοποιήθηκε πρός τούς ποιμένες: «Ιδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην». Ὅταν οἱ μάγοι είδαν τόν ἀστέρα στόν οὐρανό «ἐχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα» (Ματθ. β ́10). Ὁ Χριστός εἶναι πηγή ἀνέκφραστης χαρᾶς. Ἔρχεται γιά νά ἐλευθερώσει τους δεσμῶτες. Μπορεῖ νά νιώσει κανείς μεγαλύτερη χαρά ἀπ’ αὐτήν; Καί μόνο ἡ φωνή του εἶναι γλυκύτερη καί πολύ πιό ζωοδότρα ἀπό ἐκείνην τῶν ἀγγέλων. Ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας ἄκουσε τη γλυκύτατη αὐτή ἀγγελική φωνή να ψάλλει: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τής δόξης αὐτοῦ» (Ησ. στ ́3). Κι ὁ μέγας μύστης τῶν μυστηρίων τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, γράφει γιά τό όραμά του μέ τούς ἀγγέλους: «Καί εἶδον καί ἤκουσα ὡς φωνήν ἀγγέλων πολλῶν κύκλῳ τοῦ θρόνου καί τῶν ζώων καί τῶν πρεσβυτέρων, καί ἦν ὁ ἀριθμός αὐτῶν μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων» (Αποκ. ε ́11).

Τέτοια οὐράνια δόξα ἀποκαλύφτηκε καί στούς ποιμένες τῆς Βηθλεέμ. Ως τότε μόνο ἐκλεκτά πρόσωπα, ἀτομικά, εἶχαν ἀξιωθεῖ νά δοῦν τέτοια δόξα. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη φορά που συναντάμε στην Αγία Γραφή ὁλόκληρη ὁμάδα θνητῶν ἀνθρώπων νά βλέπουν καί ν ̓ ἀκοῦνε χορεία ἀγγέλων. Αὐτό εἶναι ἕνα σημεῖο πώς μέ τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στή γῆ ἀνοίχτηκε ὁ οὐρανός γιά ὅλους ἐκείνους πού τόν ἀναζητοῦν μέ καρδιακή καθαρότητα.

Ἡ ἐμφάνιση αὐτή τοῦ ἀγγέλου μᾶς γνωρίζει και κάτι καινούργιο, κάτι πού δέν τό εἴχαμε ξανασυναντήσει στην Αγία Γραφή. Εἶναι ὁ νέος ἀγγελικός ὕμνος. Ὁ μεγάλος προφήτης Ησαΐας τούς εἶχε ἀκούσει νά ψάλλουν τό «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος σαβαώθ…». Αὐτός εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως οἱ ἄγγελοι μπροστά στούς ποιμένες ψάλλουν ἕναν καινούργιο ὕμνο, πού θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ ὕμνος τῆς σωτηρίας.

«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ὡς πρῶτο τους μέλημα να δοξολογοῦν μέ ἀγαλλίαση καρδίας τόν ἐν Ὑψίστοις Θεό, κι ὄχι κάποιον θεό-ανθρώπινο κατασκεύασμα, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, τότε ἔρχεται εἰρήνη στή γῆ καί εὐδοκία (καλή θέληση, διάθεση) στούς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἦρθε στόν κόσμο ὥστε ἡ γῆ ὁλόκληρη ν ἀναστηθεῖ καί νά δοξολογήσει τόν ἐν Ὑψίστοις Θεό, νά δεχτεῖ τήν ἐπί γῆς εἰρήνη καί τήν εὐδοκία στούς ἀνθρώπους. «Εγώ Κύριος ὁ Θεός . . . ὁ ποιῶν εἰρήνην» (Ησ. Με 6-7).

Ὅσο καιρό ὁ προπάτοράς μας Αδάμ δοξολογοῦσε ἀκατάπαυστα, μέ ὅλη του την καρδιά, τό Θεό, ἡ γῆ ἦταν εἰρηνική, τό σῶμα του δέν ἔπασχε ἀπό ἐπιθυμίες ἤ πάθη. Τό πνεῦμα του ἦταν σε πλήρη ἁρμονία μέ τήν ψυχή του. Ὁ ἴδιος ἦταν γεμάτος καλή θέληση κι ἀγάπη τόσο πρός τό Δημιουργό του ὅσο καί πρός ὅλα τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ πού τόν περιέβαλαν. Ὅταν ὅμως ἁμάρτησε, ἡ καρδιά του γέμισε φόβο, τα χείλη του μούδιασαν ἀπό τρόμο κι ὅλη του ἡ ὕπαρξη ἔγινε ἀνήσυχη. Οἱ κακές ἐπιθυμίες ἄρχισαν να φυτρώνουν καί ν ̓ ἀναπτύσσονται πολύ γρήγορα, ὅπως τά ὄνειρα. Κυριεύτηκε ἀπό ἐπιθυμίες κακές ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, τῆς γυναίκας του, ὅλων τῶν πλασμάτων τοῦ παραδείσου καί τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του. Τότε ἔνιωσε πώς ήταν γυμνός καί προσπάθησε να κρυφτεῖ ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ Αδάμ ὥς τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, μόνο ὁρισμένοι δίκαιοι ὅπως ὁ  ̓Αβελ, ὁ Ἐνώχ, ὁ Νῶε, ὁ  ̓Αβραάμ, ὁ Ἰσαάκ κι ὁ Ἰακώβ μποροῦσαν νά δοξολογοῦν τόν ἐν Ὑψίστοις Θεό καί ν’ ἀποκτήσουν εἰρήνη κι εὐδοκία στή γῆ. Οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι εἶχαν ἐπιδοθεῖ στή δοξολογία διαφόρων θεῶν, εἰδώλων ἤ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Οἱ ἄνθρωποι μάχονταν μεταξύ τους γιά τό ποιόν θεό νά λατρεύουν. Στή γῆ ὑπῆρχε μεγάλη ταραχή κι ἀνησυχία ἐπειδή εἶχαν σταματήσει οἱ ἄνθρωποι νά δοξολογοῦν τόν ἀληθινό Θεό κι εἶχαν δοθεῖ στή δοξολογία τῶν ψεύτικων, τῶν φανταστικῶν θεῶν. Κι ἀπό τήν ἀνησυχία αὐτή προέκυψε ἡ κακή προαίρεση τῶν ἀνθρώπων, πού τούς ὁδήγησε στον Πύργο της Βαβέλ καί στή φωτιά τῆς κόλασης.

Μέ τή Νέα Κτίση, πρέπει να τονίσουμε τα τρία αὐτά πράγματα πού ἔκαναν εὐτυχισμένο τόν Αδάμ στόν παράδεισο. Γι’ αὐτό κι ὅταν γεννήθηκε ὁ Νέος Αδάμ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς στή γῆ, τά τάγματα τῶν ἀγγέλων ἔψαλλαν τόν ὕμνο τῆς σωτηρίας:

«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι στις Επιστολές τους δοξολογοῦν κι αἰνοῦν τόν Ὕψιστο Θεό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφωνεῖ: «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Εφ. β’14). Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκουν πώς τά καλά ἔργα δέν ἀξιολογοῦνται ἀπό τό πλῆθος καί τό μέγεθός τους, ἀλλ’ ἀπό τήν καλή διάθεση του δότη. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος στίς Ὁμιλίες του στά εὐαγγέλια, «δέν ὑπάρχει γιά τό Θεό πλουσιώτερο δῶρο ἀπό τήν καλή θέληση».

Μετά ἀπό αὐτό τό γεγονός, τό μοναδικό στήν ἀνθρώπινη ἱστορία, οἱ ἄγγελοι χάθηκαν ἀπό μπροστά τους κι ἄφησαν τούς ποιμένες να χαίρονται καί ν ̓ ἀποροῦν.

«Διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός, ὅ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν» (Λουκ. β’15). Γιατί δέν εἶπαν πώς τό γεγονός τούς τό ἀποκάλυψε «ὁ ἄγγελος» ἀλλά εἶπαν ὁ Κύριος; Επειδή ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ παρουσιάστηκε μπροστά τους μέ τέτοια λαμπρότητα καί τέτοιο ἐκτυφλωτικό κάλλος, πού ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δέν μποροῦσε νά φανταστεί πώς ὁ Κύριος, ὁ ἴδιος ὁ Παντοκράτορας θά ἦταν πιό ὡραῖος ἤ πιο λαμπερός. Καί γιά ἕναν ἄλλο λόγο ὅμως. Επειδή στήν Αγία Γραφή οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ συνήθως ἀποκαλοῦνται «Κύριοι». Κι αὐτό προκύπτει από τό γεγονός ὅτι οἱ Ἰσραηλίτες ἦταν αὐστηρά προσηλωμένοι στήν πίστη τους στόν ἕνα Θεό κι εἶχαν συνηθίσει νά τά πληροφοροῦνται ὅλα ἀπό ἄγγελο, ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ.

Καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός. Δέν εἶπαν οἱ ποιμένες, «ἄν ἀληθεύει αὐτό τό πράγμα». Δέν εἶχαν τήν παραμικρή αμφιβολία ὅτι ὁ Κύριος τούς ἀποκάλυψε τό μέγα αὐτό γεγονός. Ἡ ἁπλή καρδιά τους δέ γνώριζε τήν ἀμφιβολία. Ἡ ἀμφιβολία κατοικεῖ συχνότερα στις σκοτισμένες ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη καρδιές.

«Καί ἦλθον σπεύσαντες, καί ἀνεῦρον τήν τε Μαριάμ καί τόν Ἰωσήφ καί τό βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνη» (Λουκ. β ́16). Εὔκολα μπορεῖ νά φανταστεί κανείς μέ τί σπουδή ἔτρεξαν οἱ ποιμένες πρός τή φάτνη. Η χαρά τούς ἔδωσε φτερά στα πόδια κι ἔτσι ἔφτασαν γρήγορα στήν ἁγία οἰκογένεια. Στο σπήλαιο ὅπου ἐκεῖνοι στάλιαζαν τά κοπάδια τους βρήκε κατάλυμα «ὁ συνέχων πᾶσαν τήν κτίσιν». Στη φάτνη ὅπου ἔβαζαν τροφή γιά τά ζωντανά τους, κείτονταν σπαργανωμένος ὁ Οὐράνιος Ἄρτος, Ἐκεῖνος πού ζωοποιεῖ ὅλη τήν κτίση. Τά ἄχυρα πού περίσσεψαν ἀπό τά ζῶα, χρησίμεψαν για στρώμα Ἐκεί νου πού ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου ἦταν «καθήμενος ἐπί τῶν Χερουβίμ». [Βηθλεέμ σημαίνει Οἶκος Αρτου. Τό βαθύτερο νόημα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἔγινε γνωστό μέ τό πού γεννήθηκε στόν τόπο αὐτόν ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ οὐράνιος Αρτος. «Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰωάν. Στ ́ 51)].

Ὁ εὐαγγελιστής γράφει πώς οἱ ποιμένες βρήκαν στο σπήλαιο τη Μαρία καί τόν Ἰωσήφ. Τυπικά πρῶτος ἀναφέρεται ὁ πατέρας κι ἔπειτα ἡ μητέρα. Αυτό συνηθίζεται σήμερα και τηροῦνταν ἀκόμα αυστηρότερα ἐκείνη τήν ἐποχή, πού ἡ γυναίκα λογαριάζονταν ὑποδεέστερη ἀπό τόν ἄντρα. Ὁ εὐαγγελιστής ὅμως ἀναφέρει πρῶτα τή Μαρία, ἀντίθετα μέ τό μακρόχρονο ἔθιμο. Καί τό κάνει αὐτό σκόπιμα, γιά νά τονίσει τό γεγονός ὅτι μοναδικός ἐπίγειος γονιός τοῦ Σωτήρα μας εἶναι ἡ Μητέρα. Ὁ Ἰωσήφ δέν ἦταν σύζυγός της ἀλλά βοηθός καί προστάτης Της.

«Ἰδόντες δέ διεγνώρισαν περί τοῦ ρήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περί τοῦ παιδίου τούτου· καί πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περί τῶν λαληθέντων ὑπό τῶν ποιμένων πρός αὐτούς» (Λουκ. β ́17-18).

Οἱ ποιμένες εἶχαν σίγουρα πολλά νά διηγηθοῦν. Τά μάτια τους εἶχαν δεῖ ἐκεῖνα πού ἐλάχιστα ἀνθρώπινα μάτια ἀξιώνονται νά δοῦν. Τ ̓ αὐτιά τους εἶχαν ἀκούσει πράγματα πού ἐλάχιστα ἀνθρώπινα αὐτιά ἀξιώνονται ν ̓ ἀκούσουν. Καί πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν. Ἐδῶ προφανῶς δέν ἀναφέρεται στη Μαρία καί τόν Ἰωσήφ, γιατί τότε δέ θά ἔλεγε ὁ εὐαγγελιστής «πάντες». Θά πρέπει ν’ ἀναφέρεται καί σ ̓ ἄλλους ἀνθρώπους κοντά στο σπήλαιο, στη Βηθλεέμ, στούς ὁποίους οἱ ποιμένες ἀποκάλυψαν μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ τό φοβερό καί θαυμαστό οὐράνιο αὐτό μυστήριο.

Γιά τήν ἁγία Μητέρα Μαρία γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «Ἡ δέ Μαριάμ πάντα συνετήρει τά ρήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β ́19). Ὁ εὐαγγελιστής εἶναι ὑπερβολικά προσεχτικός ὅταν ἀναφέρεται στήν ἁγία Παρθένο. Παρατηρεῖ πάντα τήν καρδιά της, προσπαθεῖ νά ἐκτιμήσει τίς ἐντυπώσεις πού δημιουργοῦνται στήν εὐαίσθητη αὐτή καρδιά που φόρεσε τό στεφάνι τοῦ γάμου μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εκείνη ἄκουσε ὅλα ὅσα εἰπώθηκαν, ὅλα ὅσα εἶχαν νά ποῦν γιά τό γιό της ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ. Κι ὅλ ̓ αὐτά τά φύλαξε στην καρδιά της. Κάποτε θά ‘ρχόταν ἡ ὥρα πού θά ‘νοιγε τό στόμα της, πού θ’ ἀποκάλυπτε τούς θησαυρούς τῆς καρδιᾶς της, πού θά τά μετέδιδε ὅλ ̓ αὐτά στούς ἀποστόλους καί τούς εὐαγγελιστές γιά νά τά μάθουν ἀπό τά δικά της χείλη. Θά ‘φτανε ὁ καιρός πού θά γινόταν ὁ ἀπόστολος τῶν ἀποστόλων, ὁ εὐαγγελιστής τῶν εὐαγγελιστῶν. Κι ὁ καιρός αὐτός θά ‘ρχόταν μετά τήν ἔνδοξη ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ Της. Ὅταν ὁ Μονογενής βγῆκε ἀπό τόν τάφο και «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν», οἱ ἀπόστολοι ἀκόμα ἀναρωτιοῦνταν μεταξύ τους. Τί γίνεται; Ποιόν θά ρωτήσουμε; Εκείνην, μόνο Εκείνην ἐπί τῆς γῆς. Κι Εκείνη θά τούς ἔλεγε ὅλα ὅσα εἶχε φυλάξει στήν καρδιά της, τά λόγια τοῦ ἀρχάγγελου στη Ναζαρέτ, ἐκεῖνα πού εἶπαν οἱ ποιμένες στη Βηθλεέμ καί πολλά, πολλά ἄλλα λόγια καί μυστήρια πού μόνο αυτή γνώριζε, ἐπειδή ἐκείνη μόνο ζοῦσε τόσο κοντά στο διδάσκαλό τους.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς λοιπόν δέ γεννήθηκε στη Ρώμη, στο παλάτι του Καίσαρα, γιά νά γίνει κύριος τῆς οἰκουμένης μέ τή δύναμη τῶν ὅπλων. Γεννήθηκε ἀνάμεσα στούς ποιμένες, γιά ν’ ἀποκαλυφτεῖ ἔτσι ὁ κυρίαρχος χαρακτήρας τῆς εἰρηνικῆς καί ἀγαπητικῆς διακονίας Του στόν κόσμο. Ὅπως ὁ ποιμένας ἀγαπᾶ καί φροντίζει τό ποίμνιό του, ἔτσι κι Ἐκεῖνος ἀγαπᾶ καί μεριμνά γιά κάθε ἄνθρωπο. Ὅπως ὁ ποιμένας φροντίζει γιά τό ἕνα ἄρρωστο ἤ παραστρατημένο πρόβατο περισσότερο ἀπό τά ἐνενήντα εννιά πού εἶναι ἀσφαλή καί ὑγιή, ἔτσι κι Ἐκεῖνος ἔχει μεγαλύτερη μέριμνα γιά τούς ἁμαρτωλούς παρά γιά τούς δίκαιους, περισσότερο γιά τούς ἀνθρώπους παρά γιά τούς ἀγγέλους. Ὅπως ὁ ποιμένας γνωρίζει τό κάθε πρόβατό του χωριστά καί κάθε πρόβατο γνωρίζει τόν ἀφέντη του, ἔτσι γίνεται καί μέ τόν μεγάλο, τόν καλό Ποιμένα καί τή λογική ποίμνη Του. Ὅπως ὁ ποιμένας ξαγρυπνάει γιά τό ποίμνιό του, τότε πού ὅλη ἡ φύση ἡσυχάζει ἀμέριμνη, ἔτσι κι ὁ Καλός Ποιμένας ἀγρυπνεῖ νύχτες ὁλόκληρες, νύχτες γεμάτες τρόμο και πειρασμούς. Παρακολουθεῖ τή λογική Του ποίμνη και προσεύχεται γι’ αὐτούς μέ ταπείνωση κι ὑπακοή στόν οὐράνιο Πατέρα Του.

Κάθε Του πράξη στή γῆ εἶναι ἀπό μόνη της ἕνα ὁλοκληρωμένο εὐαγγέλιο. Ακόμα καί τότε πού ἦταν νεογέννητος καί δέν μποροῦσε ν ̓ ἀνοίξει το στόμα του γιά να προφέρει μια λέξη, ἔδινε στήν ἀνθρωπότητα ἕνα ὁλόκληρο εὐαγγέλιο μέ τόν τρόπο, τόν τόπο καί τίς περιστάσεις τῆς γέννησής του.

Δέ θά μποροῦσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς νά γεννηθεῖ σέ αὐτοκρατορικό παλάτι, γιατί καθῆκον Του δέν ἦταν να γίνει ἐγκόσμιος κυβερνήτης. Ἡ βασιλεία Του δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» πού εἶναι σκοτεινός σάν τήν καταιγίδα, παροδικός σάν τό ὄνειρο. Δέ θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ σάν γιός κάποιου ἐπίγειου αὐτοκράτορα, γιατί ὁ σκοπός Του δέν εἶναι ἡ φωτιά καί τό ξίφος, οἱ διαταγές καί ἡ βία, ἀλλά ἡ θεραπεία τῶν ἄρρωστων κι ἡ σταδιακή ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τους. Τά ἔργα πού ἔκανε στή Ζωή Του δέν ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τά λόγια Του ἀλλά τά ἐπιβεβαιώνουν. Ἡ διδασκαλία Του ἐμπεριέχεται στή ζωή καί τά λόγια Του, εἶναι τό σωτήριο εὐαγγέλιό Του.

Ὅλα ὅσα ἦρθε για να ζήσει στή γῆ ἦταν τόσο καλά μελετημένα και προσχεδιασμένα, με τόσο μεγάλη σοφία, πού ἀνθρώπινη γλώσσα δέν μπορεῖ νά ἐξηγήσει. Γι’ αυτό κι ἐκεῖνο πού ἔχουμε να κάνουμε εἶναι νά λατρεύουμε τη σοφία Του μέ ὑπακοή καί ταπείνωση, για τί Ἐκεῖνος ὄχι μόνο ἱκανοποιεῖ τό νοῦ μας ἀλλά γεμίζει καί τήν καρδιά μας με χαρά. Καί μεῖς, γεμάτοι χαρά κι ἀγαλλίαση, ἄς ἐπαναλάβουμε τόν ἀγγελικό ὕμνο:

«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Δόξα στο μονογενή Υἱό «ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς», στό χερουβικό θρόνο στόν οὐρανό καί στή φάτνη της Βηθλεέμ στή γῆ. Δόξα στον Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια κι ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Αμήν.

You may also like

WP Radio
WP Radio
OFFLINE LIVE
elGreek
-
00:00
00:00
Update Required Flash plugin
-
00:00
00:00