Ένα άτομο που έφυγε, ένα άτομο που ήρθε,
μία φιλία που κέρδισες,
μία φιλία που έχασες,
ένας στόχος που πέτυχες ή ένας στόχος που βάζεις ,
κάτι που άλλαξες πάνω σου ,
κάτι που άλλαξες μέσα σου ,
πράγματα που συνειδητοποίησες ,
πράγματα που έμαθες,
νέα όνειρα ,
περισσότερα όνειρα και τελικά
κοιτάς πίσω σου και λες πόσα αλλάζουν σε ένα χρόνο…..!!!
ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΡΘΡΑ
Φώναξα στο γραφείο μου
τη δεσποινίδα Ιουλία,
τη δασκάλα των παιδιών.
Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
– Κάθισε να κάνουμε
το λογαριασμό, της είπα.
Λοιπόν… Συμφωνήσαμε
για τριάντα ρούβλια το μήνα.
– Για σαράντα.
– Όχι, για τριάντα,
το έχω σημειώσει.
Πάντοτε τριάντα ρούβλια
δίνω στις δασκάλες.
Έχεις δύο μήνες εδώ.
– Δύο μήνες και πέντε μέρες.
– Δύο μήνες ακριβώς.
Το έχω σημειώσει.
Λοιπόν…
Έχουμε εξήντα ρούβλια.
Πρέπει να βγάλουμε
εννιά Κυριακές.
Δε δουλεύεις τις Κυριακές.
Πηγαίνεις περίπατο με τα παιδιά.
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη
μα δεν είπε λέξη.
– Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές.
Τρεις γιορτές μάς κάνουν
δώδεκα ρούβλια το μήνα.
Ο Κόλιας ήταν
άρρωστος τέσσερις μέρες
και δεν του έκανες μάθημα.
Μονάχα με τη Βαρβάρα
ασχολήθηκες.
Τρεις μέρες είχες πονόδοντο
και η γυναίκα μου
σου είπε να αναπαυτείς.
Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά.
Αφαιρούμε, μας μένουν…
σαράντα ένα ρούβλια.
Σωστά;
Το σαγόνι της Ιουλίας άρχισε
να τρέμει, μα δεν έβγαλε άχνα.
– Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς
έσπασες ένα φλιτζάνι
με το πιατάκι του.
Βγάζουμε δύο ρούβλια.
Προχωρούμε!
Μια μέρα
δεν πρόσεξες τον Κόλια,
ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο
και έσκισε το σακάκι του.
Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια.
Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες,
έκλεψε μια καμαριέρα
τα μποτάκια της Βαρβάρας.
Πρέπει να έχεις
τα μάτια σου τέσσερα,
γι’ αυτό σε πληρώνουμε.
Λοιπόν, βγάζουμε
άλλα πέντε ρούβλια.
Στις δέκα του Γενάρη
σε δάνεισα δέκα ρούβλια…
Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράγμα,
μουρμούρισε η Ιουλία.
– Το έχω σημειώσει!
– Καλά…
– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια,
μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας
γέμισαν δάκρια.
– Μα εγώ
μια φορά μονάχα
δανείστηκα χρήματα.
Τρία ρούβλια από την κυρία,
μουρμούρισε η Ιουλία
και η φωνή της έτρεμε.
– Μπα;
Δεν τα είχα σημειώσει αυτά.
Δεκατέσσερα έξω τρία,
μας κάνουν έντεκα.
Πάρε τα χρήματά σου,
αγαπητή μου.
Τρία… τρία… τρία…
ένα και ένα… Πάρ’ τα…
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια.
Τα πήρε
με τρεμουλιαστά δάχτυλα
και τα έβαλε στην τσέπη της.
– Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα όρθιος.
– Και γιατί μ’ ευχαριστείς;
– Για τα χρήματα.
– Μα εγώ, σε έκλεψα.
Σε λήστεψα.
Σου έκανα μια φάρσα
για να σου γίνει μάθημα.
Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια.
Τα είχα έτοιμα στο φάκελο.
Μα γιατί δε φωνάζεις
για το δίκιο σου;
Μπορείς να ζήσεις
σε αυτόν τον κόσμο
αν δεν πατήσεις λίγο πόδι;
Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρησε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.
Άντον Τσέχωφ – ”Ένας αριθμός”
Το μόνο σίγουρο είναι ότι έχεις κάνει λάθη. Πήρες λάθος αποφάσεις, αγάπησες ακατάλληλους ανθρώπους, εμπιστεύτηκες λάθος ανθρώπους, έσπασες τα μούτρα σου. Και έχεις δυο επιλογές: να έχεις κακές αναμνήσεις που θα σε τραβάνε πίσω ή να μάθεις κάτι σωστό από το κάθε λάθος.
Χορχε Μπουκάι
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Ένας αδελφός δέχθηκε προσβολή από τον φίλο του, αλλά εντούτοις, επιθυμώντας να έχει ειρήνη μαζί του, πήγε και τον βρήκε για να συμφιλιωθούν. Ο φίλος του δεν ήθελε ούτε την πόρτα να του ανοίξει και ακόμα επιπλήττοντας τον από μέσα, τον έδιωξε από το κατάλυμά του. Τότε ο αδελφός πήγε να μιλήσει με έναν γέροντα, πνευματικό, ο οποίος του είπε:
– Μολονότι πήγαινε στον φίλο σου για να συμφιλιωθείτε, εσύ σε όλη τη διαδρομή τον καταδίκαζες με τον λογισμό σου και δικαίωνες στον εαυτό σου. Αν και ο φίλος σου αμάρτησε απέναντι σου, σε συμβουλεύω να καλλιεργήσεις μέσα σου τη σκέψη ότι κι εσύ έχεις αμαρτήσει ενώπιόν του. Δικαίωσέ τον και καταδίκασε τον εαυτό σου. Με αυτό το φρόνημα να πας ξανά σε αυτόν.
Έτσι προχώρησε ο αδελφός στο διάβημά του. Τι συνέβη; Καθώς πλησίαζε στο σπίτι του φίλου του, εκείνος άνοιξε διάπλατη την πόρτα, έτρεξε προς το μέρος του αδελφού, τον ασπάστηκε και συμφιλιώθηκε ειρηνικά μαζί του.