Αρχική » Blog » ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

by

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον

ιε΄ 43 – ιστ΄ 8

Ἡ ἀγάπη ποὺ νιώθουν οἱ ζωντανοὶ γιὰ τοὺς ζωντανοὺς εἶναι ὑπέροχο πρᾶγμα. Εἶναι πιὸ ὑπέροχο ἀκόμα κι ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.

Ἡ ἀγάπη ποὺ νιώθουν οἱ ζωντανοὶ γιὰ τοὺς νεκροὺς εἶναι ἐπίσης κάτι ὑπέροχο. Εἶναι πιὸ ὑπέροχο ἀκόμα κι ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ ποὺ ἀντικατοπτρίζεται σὲ μιὰ λίμνη.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπέροχος ὅταν φροντίζει γιὰ τοὺς ζωντανούς. Εἶναι πολὺ πιὸ ὑπέροχος ὅμως ὅταν μεριμνᾷ γιὰ τοὺς νεκρούς.

Γιὰ τοὺς ζωντανοὺς συχνὰ ὁ ἄνθρωπος φροντίζει ἀπὸ ἰδιοτέλεια. Ἡ φροντίδα του γιὰ τοὺς νεκροὺς ὅμως, τί ἰδιοτέλεια μπορεῖ νὰ ἔχει; Μήπως μποροῦν νὰ τὸν πληρώσουν οἱ νεκροὶ ἢ νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους;

Μερικὰ ζῶα θάβουν τοὺς νεκρούς τους. Τοὺς σκεπάζουν στὸν τάφο καὶ τοὺς ἐγκαταλείπουν στὴ λήθη. Ὅταν ὅμως ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος ἐνταφιάζει ἕνα νεκρό, μαζί του θάβει κι ἕνα μέρος τοῦ ἑαυτοῦ του. Γυρίζει στὸ σπίτι κουβαλῶντας μαζί του, στὴν ψυχή του, κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ νεκρὸ ἄνθρωπο. Κι αὐτὸ εἶναι πολὺ πιὸ ζωντανὸ καὶ πιὸ ἐναργές, ὅταν ὁ συγγενὴς κηδεύει το συγγενῆ του, ὁ φίλος τὸ φίλο.

Καημένοι νεκροθάφτες! Σὲ πόσους τάφους ἔχετε θάψει μέρος τοῦ ἑαυτοῦ σας! Πόσοι νεκροῖ ζοῦν μέσα σας!

Ὁ θάνατος ἔχει ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικὸ μὲ τὴν ἀγάπη. Μεταβάλλει πολὺ βαθιὰ πολλοὺς ποὺ ἔρχονται σ’ ἐπαφὴ μαζί του καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν. Ἡ μητέρα ποῦ ἔθαψε τὰ παιδιά της, ἐπισκέπτεται συχνὰ τὸν τάφο τους. Γιατί πηγαίνει ἐκεῖ; Γιατί μαζὶ μ’ ἐκείνην, στὴν ψυχή της, ζοῦν καὶ τὰ παιδιά της. Στὴν ψυχὴ τῆς μητέρας ἡ ἴδια ζεῖ σὲ μιὰ μικρὴ γωνιὰ μόνο. Ὅλη ἡ ὑπόλοιπη εἶναι ἕνα παλάτι ὅπου ζοῦν τὰ παιδιὰ ποὺ γέννησε.

Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸ Χριστό. Μόνο ποὺ τὰ μεγέθη ἐδῶ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερα, ἀνυπέρβλητα. Ὁ Χριστὸς περιορίστηκε στὰ στενὰ ὅρια ἑνὸς τάφου ὥστε οἱ ἄνθρωποι, τὰ παιδιά Του, νὰ γνωρίσουν τὴν εὐρυχωρία τοῦ ἀπεριόριστου παλατιοῦ στὸν παράδεισο.

Ἡ μητέρα ἐπισκέπτεται τοὺς τάφους τῶν παιδιῶν της ἐπειδὴ θέλει νὰ τὰ ζωντανέψει στὴν ψυχή της, νὰ τὰ λυτρώσει μὲ τὰ δάκρυά της, νὰ νιώσει τὴν ἀγάπη τους μέ το νοῦ της. Ἡ ἀγάπη τῆς μάνας σώζει τὰ παιδιὰ ἀπό τὴ λησμονιά, ἀπὸ τὴν ἐξαφάνισή τους σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἔστω καὶ γιὰ περιορισμένο διάστημα.

Ὁ Κύριος, ταπεινωμένος καὶ περιφρονημένος, μὲ τὴν ὑποταγή Του στὸ σταυρὸ καί το θάνατο, κατόρθωσε μὲ τὴν ἀγάπη Τοῦ ν’ ἀναστήσει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄπειρα μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν πράξη ὁποιασδήποτε μητέρας στὸν κόσμο. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι ἄπειρα μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἀγάπη ὁποιασδήποτε μητέρας στὸν κόσμο γιὰ τὰ παιδιά της.

Ἄν καὶ μιὰ μάνα ἔχει πάντα δάκρυα νὰ χύσει γιὰ τὰ παιδιά της, ἀπὸ ἀγάπη καὶ θλίψη γι’ αὐτά, ὅμως θὰ τῆς μείνουν κάποια δάκρυα ποὺ θὰ τὰ πάρει μαζί της ὅταν κι ἡ ἴδια θὰ μπεῖ μέσα στὸν τάφο. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὅμως ἔχυσε ὅλα τὰ δάκρυα γιὰ τὰ παιδιά Του, ὡς τὴν τελευταία σταγόνα, τὰ μάτια Του ἄδειασαν. Ἀλλὰ ἔδωσε κι ὅλο τὸ αἷμα του γιὰ τὰ παιδιά Του, ὡς τὴν τελευταία σταγόνα.

Ἁμαρτωλὲ ἄνθρωπε! Ποτὲ δὲ θὰ χυθοῦν περισσότερα δάκρυα γιὰ σένα, εἴτε ζωντανὸς εἶσαι εἴτε νεκρός. Ποτὲ μάνα, σύζυγος, παιδιὰ ἢ πατρίδα δὲ θὰ πληρώσει περισσότερα γιὰ σένα ἀπ’ ὅσα πλήρωσε ὁ Χριστός.

Φτωχὲ ἄνθρωπε, μοναχικέ. Μὴν πεῖς ποτέ: «Ποιός θὰ κλάψει γιὰ μένα ὅταν πεθάνω; Ποιός θὰ θρηνήσει στὸ νεκρό μου σῶμα;» Ἄκουσε λοιπόν. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει κλάψει κι ἔχει θρηνήσει γιὰ σένα τόσο στὴ ζωὴ ὅσο καὶ στὸ θάνατο, καὶ μάλιστα πολὺ περισσότερο ἀπ’ ὅσο θὰ σὲ θρηνοῦσε ἡ μητέρα σου.

Δὲν πρέπει νὰ ὀνομάζουμε νεκροὺς ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους ὑπόφερε καὶ πέθανε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του. Εἶναι ζωντανοὶ ἐν Κυρίῳ. Θὰ τὸ μάθουμε ὅλοι αὐτὸ ὅταν ὁ Κύριος ἐπισκεφτεῖ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ κόσμου γιὰ τελευταία φορά, τότε ποὺ θὰ ἠχήσουν οἱ σάλπιγγες.

Ἡ ἀγάπη τῆς μάνας δὲν μπορεῖ νὰ ξεχωρίσει τὰ νεκρὰ παιδιά της ἀπὸ τὰ ζωντανά. Καὶ σὲ καμιὰ περίπτωση βέβαια, δὲν τὸ κάνει αὐτὸ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος εἶναι πιὸ διορατικὸς ἀπὸ τὸν ἥλιο. Βλέπει τὸν ἐπικείμενο θάνατο ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀκόμα ζωντανοὶ στὴ γῆ, βλέπει τὴν ἔναρξη τῆς ζωῆς ἐκείνων ποὺ ἤδη ἀναπαύονται. Γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ δημιούργησε τὴ γῆ «ἐκ τοῦ μηδενός», ποὺ ἔφτιαξε τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ πηλό, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτὸς ζεῖ στὴ γῆ εἴτε βρίσκεται μέσα στὸν τάφο. Ὁ καρπὸς τοῦ σιταριοῦ, εἴτε βρίσκεται στὸ χωράφι εἴτε στὸν σιτοβολῶνα, δὲν κάνει καμιὰ διαφορὰ στὸν νοικοκύρη. Ἐκεῖνος καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις σκέφτεται τὸ σιτάρι, ὄχι τὰ ἄχυρα ἢ τὴ σιταποθήκη. Εἴτε ζεῖ ὁ ἄνθρωπος εἴτε βρίσκεται στὸν τάφο, δὲν κάνει καμιὰ διαφορὰ στὸν Κύριο τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων.

Ὅταν ἦρθε στὴ γῆ ὁ Κύριος ἔκανε δυὸ ἐπισκέψεις στοὺς ἀνθρώπους: πρῶτα ἐπισκέφτηκε ἐκείνους ποὺ ζοῦσαν στοὺς σωματικοὺς τάφους κι ἔπειτα τοὺς ἄλλους, ποὺ ζοῦσαν στοὺς τάφους τῶν νεκροταφείων. Πέθανε ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ἐπισκεφτεῖ τὰ νεκρὰ παιδιά Του. Ἀλήθεια, πόσο πραγματικὰ πεθαίνει μιὰ μάνα ὅταν ἐπισκέπτεται τοὺς τάφους τῶν παιδιῶν της!

Οἱ νεκροὶ εἶναι ἡ μόνη φροντίδα τοῦ Θεοῦ. “Ὅλα τ’ ἄλλα τοῦ δίνουν χαρά. Ὁ Θεὸς δὲ φροντίζει γιὰ τοὺς ἀθάνατους ἀγγέλους. Εὐφραίνεται μὲ τοὺς ἀγγέλους, ὅπως κι ἐκεῖνοι εὐφραίνονται κοντά Του. Φροντίζει διαρκῶς ὅμως νὰ βρεῖ τρόπο ν’ ἀναστήσει τοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ κι ἐπισκέπτεται πάντα μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους Τοῦ τοὺς τάφους τῶν ἀνθρώπων, τόσο τοὺς κινητοὺς (τοὺς σωματικοὺς) ὅσο καὶ τοὺς ἀκίνητους (στὰ νεκροταφεῖα). Ἡ μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς νεκροὺς εἶναι πολὺ μεγάλη. Ὄχι γιατί δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ἀναστήσει καὶ νὰ τοὺς δώσει ζωή, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμοῦν ὅλοι οἱ νεκροὶ ν’ ἀναστηθοῦν «εἰς ἀνάστασιν ζωῆς». Οἱ ἄνθρωποι ἀρνοῦνται τὸ δικό τους καλό. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Θεὸς μεριμνᾷ πάντα γι’ αὐτούς.

Ἀλήθεια, πόσο μεγάλη εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ γίνεται στὸν οὐρανὸ γιὰ ἕνα νεκρὸ ἄνθρωπο ποὺ ἀνασταίνεται κι ἐπιστρέφει στὴ ζωή, γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ! Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ μετανοεῖ εἶναι τὸ ἴδιο μ’ αὐτὸν ποὺ ἔχει πεθάνει κι ἐπανέρχεται στὴ ζωή. Γι’ αὐτὸν ὁ Θεὸς χαίρεται περισσότερο ἀπ’ ὅσο χαίρεται μὲ ἐνενῆντα ἐννιὰ ἀγγέλους ποὺ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ μετάνοια. «Λέγω ὑμῖν ὅτι οὕτῳ χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἢ ἐπὶ ἐνενήκοντα ἐννέα δικαίοις, οἵτινες οὐ χρείαν ἔχουσι μετανοίας» (Λουκ. ἰε’ 7).

Πόσο εὐγενής, πόσο γενναιόδωρη εἶναι ἡ φροντίδα γιὰ τοὺς νεκρούς! Ὅταν φροντίζει γιά μας, στὴν κοιλάδα αὐτὴ τοῦ κλαυθμῶνος, οἱ ἄγγελοι συμμετέχουν στὴ μέριμνα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν φροντίζουμε τοὺς νεκρούς, συμμετέχουμε κι ἐμεῖς στὴ μέριμνα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι γινόμαστε φίλοι Του, συνεργάτες Του.

Ὅταν ὅμως ὁ Μέγας Κύριος καὶ Θεὸς πεθαίνει ὡς ἄνθρωπος, κυρτωμένος ἀπὸ τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, ποιός ἀπ’ ὅλους ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους φροντίζει προαιώνια φροντίζει γι’ Αὐτόν; Ποιός ἐπισκέπτεται τὸν τάφο Του; Γυναῖκες. Ὄχι ὅλες οἱ γυναῖκες, ἀλλὰ οἱ Μυροφόρες, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶχε χριστεὶ μὲ ἀθάνατη ἀγάπη γιὰ τὸ Χριστό, τὸν Κύριο. Οἱ ψυχές τους ἦταν γεμᾶτες, ξεχείλιζαν ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς πίστης, γι’ αὐτὸ καὶ γέμισαν τὰ χέρια τους μὲ εὐωδιαστὰ μύρα καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὸν τάφο, νὰ χρίσουν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

* * *

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ἀναφέρεται στὸ περιστατικὸ αὐτό. Στὴ φροντίδα ποὺ ἔδειξαν γιά το θάνατο τοῦ Ἀθάνατου οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες ποὺ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἔδωσε ζωή.

Τότε «ἔλθῶν Ἰωσὴφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὅς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλάτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (Μάρκ. ἰε’ 43). Ὑπῆρχε κι ἄλλος ἕνας μεγάλος ἄντρας ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία στὸ ὄρος Ἐφραίμ. Αὐτὸς ἦταν ὁ προφήτης Σαμουήλ. Ὁ Ἰωσὴφ ἀναφέρεται κι ἀπὸ τοὺς τέσσερις εὐαγγελιστές, κυρίως σὲ ὅσα σχετίζονται μὲ τὴν ταφή του Κυρίου Ἰησοῦ. Ὁ Ἰωάννης τὸν ἀποκαλεῖ κρυφὸ μαθητη του Ἰησοῦ (ἴθ’ 38). Ὁ Λουκᾶς τὸν ὀνομάζει ἄντρα «ἀγαθὸ καὶ δίκαιο» (κγ’ 50), ὁ Ματθαῖος πλούσιο (κζ’ 57). Ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν ὀνομάζει πλούσιο τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ ματαιότητα, γιὰ νὰ δείξει πῶς ὁ Κύριος ἀνάμεσα στοὺς μαθητές Του εἶχε καὶ πλούσιους, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε πῶς μποροῦσε ἐκεῖνος νὰ πάρει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Πιλάτο. Ἕνας φτωχὸς καὶ ἄσημος ἄνθρωπος δὲ θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ πλησιάσει τὸν Πιλάτο, ἐκπρόσωπο τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.

Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν πλούσιος ψυχικά. Εἶχε φόβο Θεοῦ κι ἀνέμενε κι αὐτὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ὁ Ἰωσὴφ ἦταν καὶ πλούσιος, ἄνθρωπος ἐπιρροῆς. Ὁ Μάρκος κι ὁ Λουκᾶς τὸν ὀνομάζουν βουλευτῆ. Ἦταν κι αὐτός, ὅπως κι ὁ Νικόδημος, ἕνας ἀπὸ τοὺς πρεσβύτερους τοῦ λαοῦ. Ὅπως κι ὁ Νικόδημος ἐπίσης, ἦταν κι αὐτὸς θαυμαστὴς καὶ κρυφὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ οἱ δυὸ αὐτοὶ ἄντρες νὰ ἦταν κρυφοὶ ὀπαδοὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἕτοιμοι ὅμως νὰ ἐκτεθοῦν στὸν κίνδυνο καὶ νὰ σταθοῦν κοντά Του. Ὁ Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατὰ πρόσωπο τοὺς πικρόχολους Ἰουδαίους ἄρχοντες, ὅταν ἀναζητοῦσαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό: «Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνὼ τί ποιεῖ;» (Ἰωάν. ζ’ 51).

Ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ μπῆκε σὲ μεγαλύτερο κίνδυνο ὅταν ἀποφάσισε νὰ πάρει τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, τὴν ὥρα ποὺ οἱ στενοὶ μαθητές Του εἶχαν διασκορπιστεί, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι λύκοι ποὺ δολοφόνησαν τὸν Ποιμένα, ἦταν ἕτοιμοι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ ἐπιπέσουν καὶ στὸ ποίμνιο. Τὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἐπικίνδυνο, τὸ ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστὴς μὲ τὴ λέξη «τολμήσας». Ἤθελε τότε κάτι παραπάνω ἀπὸ θάρρος. Ἤθελε τόλμη το νὰ παρουσιαστεῖ στὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Καίσαρα καὶ νὰ ζητήσει τὸ σῶμα τοῦ σταυρωμένου «κακούργου». Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως, μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς ψυχῆς του, ἀπέβαλε το φόβο του κι ἀπόδειξε πῶς ἦταν πραγματικὸς μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«Ὁ δὲ Πιλάτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ,εἶ πάλαι ἀπέθανε καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ» (Μάρκ. ἰε’ 44-45). Ὁ Πιλάτος ἦταν καχύποπτος καὶ ἐπιφυλακτικός. Ἦταν ἀπὸ τοὺς κυβερνῆτες ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσία τους μὲ βία, ὅπως μὲ βία τὴν εἶχε ἀποσπάσει ἀπὸ ἄλλους. Δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει οὔτε λέξη ἀκόμα κι ἀπὸ εὐγενεῖς ἀνθρώπους, ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Ἴσως δυσκολευόταν πραγματικὰ νὰ πιστέψει πῶς ‘Ἐκεῖνος, ποὺ μόλις τὸ προηγούμενο βράδυ εἶχε καταδικάσει σὲ σταυρικὸ θάνατο, εἶχε ἤδη παραδώσει τὴν τελευταία του πνοὴ στὸ σταυρό. Ὁ Πιλάτος ἀποδείχτηκε πῶς ἦταν ἕνας γνήσιος ἀντιπρόσωπος τῆς ρωμαϊκῆς τυπολατρείας. Ἦταν πολὺ πιὸ πρόθυμος νὰ πιστέψει τὸν κεντυρίωνα, ποὺ τὸν εἶχε ἐπιφορτίσει μὲ τὸ καθῆκον νὰ φρουρήσει το Γολγοθᾶ, παρὰ ἕναν ἐξέχοντα πρεσβύτερο τοῦ λαοῦ. Μόνο ὅταν ὁ κεντυρίων ἐπιβεβαίωσε «ἐπίσημα» τὴν ἀναφορά του Ἰωσήφ, θέλησε ὁ Πιλάτος νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημά του.

«Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τὴ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὸ ἢν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπί την θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. ἰε’ 46-47).”Ἀλλος εὐαγγελιστὴς λέει πῶς αὐτὸς ὁ τάφος ἦταν τοῦ Ἰωσήφ – «καὶ ἔθηκεν αὐτὸν ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ» (Ματθ. κζ’ 60) – «ἕν ὦ οὐδεὶς ἀνθρώπων ἐτέθῃ» (Ἰωάν. ἴθ’ 41). Ὅταν σταυρώνουμε το νοῦ μας γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἐνταφιάζουμε σὲ μιὰ ἀναγεννημένη καρδιά, σὰν σὲ τάφο, τότε ὁ νοῦς μας θὰ ἀναζωογονηθεῖ καὶ θ’ ἀναγεννηθεῖ ὁλόκληρος ὁ ἐσωτερικός μας ἄνθρωπος.

Ἕνας νέος τάφος, σφραγισμένος. Μιὰ μεγάλη πέτρα στὴν εἴσοδο τοῦ τάφου κι ἕνας φύλακας νὰ φρουρεῖ μπροστὰ στὸν τάφο. Τί σημαίνουν όλ’ αὐτά; Ὅλα τους ἦταν προληπτικὰ μέτρα, παρμένα μὲ τὴ σοφία τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, θὰ σφραγίζονταν κι ὅλα τὰ στόματα ἐκείνων ποὺ θὰ τολμοῦσαν νὰ ἰσχυριστοῦν πῶς ὁ Χριστὸς εἴτε δὲν πέθανε εἴτε δὲν ἀναστήθηκε εἴτε ὅτι ἔκλεψαν τὸ σῶμα Του. Ἄν ὁ Ἰωσὴφ δὲν εἶχε ζητήσει τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸν Πιλάτο ἂν ὁ κεντυρίων δὲν εἶχε δώσει ἐπίσημη διαβεβαίωση γιά το θάνατο τοῦ Χριστοῦ· ἂν τὸ σῶμα δὲν εἶχε ἐνταφιαστεῖ καὶ σφραγιστεῖ μὲ τὴν παρουσία φίλων καὶ ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, ἴσως νὰ ἰσχυρίζονταν πολλοὶ πῶς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε πεθάνει πραγματικά, ἀλλὰ εἶχε πέσει σὲ κῶμα καὶ μετὰ ἀνέκτησε τίς αἰσθήσεις Του. Κάτι τέτοιο ὑποστήριξαν τελευταῖα ὁ Σλαϊερμάχερ καὶ κάποιοι προτεστάντες. Ἄν ὁ τάφος δὲν εἶχε σφραγιστεῖ μ’ ἕναν ὀγκόλιθο κι ἂν δὲν τὸν φύλαγαν φρουροί, ἴσως παραδέχονταν πῶς ὁ Χριστὸς πέθανε κι ἐνταφιάστηκε, ἀλλὰ οἱ μαθητές Του ἔκλεψαν τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸν τάφο. Ἄν δὲν ἦταν καινούργιος ὁ τάφος, ἴσως νὰ ὑποστήριζαν πὼς δὲν ἦταν ὁ Χριστὸς αὐτὸς ποὺ ἀναστήθηκε ἀλλὰ κάποιος ἄλλος νεκρός, ποὺ εἶχε ταφεῖ ἐκεῖ παλιότερα. Ἔτσι ὅλα τὰ προληπτικὰ μέτρα ποὺ πῆραν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ νὰ πνίξουν τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ βοήθησαν γιὰ νὰ τὴν καταδείξουν.

Ὁ Ἰωσὴφ πῆρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, «ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρά» (Ματθ. κζ’ 59) καὶ τὸ ἀπόθεσε στὸν τάφο. Ἄν θέλουμε ν’ ἀναστηθεῖ μέσα μας ὁ Κύριος, πρέπει νὰ τὸν διατηροῦμε μέσα στὸ καθαρὸ καὶ ἁγνὸ σῶμα μας. Τὸ καθαρὸ σεντόνι ὑποδηλώνει τὸ καθαρὸ σῶμα. Τὸ σῶμα ποὺ ἔχουν μολύνει οἱ κακίες καὶ τὰ πάθῃ δὲν εἶναι κατάλληλος τόπος γιὰ ν’ ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν καὶ νὰ ζήσει ὁ Κύριος.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης συμπληρώνει τὴν εἰκόνα ποὺ δίνουν οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, λέγοντας πῶς στὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ ἦρθε καὶ ὁ Νικόδημος «φέρων μῖγμα Σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν. ἔλαβον οὔν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἕν όθονίοις μετὰ τῶν ἄρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοὶς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν» (Ἰωάν. ἴθ’ 39-40).

Εὐλογημένοι ἄνθρωποι! Πῆραν τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ μὲ τόλμη, στοργὴ καὶ ἀγάπη καὶ τὸ ἀπέθεσαν στὸ μνημεῖο. Τί ὑπέροχο παράδειγα εἶναι αὐτὸ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Κύριο! Καὶ τί φοβερὸ κατηγορητήριο γιὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ ντρέπονται τὸν κόσμο καὶ πλησιάζουν τὸ ἅγιο ποτήριο ἀπρόσεχτα, ἀδιάφορα καὶ χωρὶς ἀγάπη, γιὰ νὰ κοινωνήσουν τὰ ζωοποιὰ τίμια δῶρα, τὸ πάντιμο σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ ἀναστημένου Κυρίου!

ὁ Ἰωσὴφ κι ὁ Νικόδημος δὲν ἦταν μόνο φίλοι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διαπίστωσαν μὲ τὰ μάτια τοὺς πῶς ὁ Ἰησους πέθανε κι ἐνταφιάστηκε. ἡ μέριμνα γιὰ τὸ νεκρὸ Κύριο ἦταν πράξη ἀγάπης γιὰ τὸν ἀγαπημένο τους Φίλο καὶ Διδάσκαλο, ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπιστικὸ καθῆκον πρός ‘Ἐκεῖνον ποὺ εἶχε ὑποφέρει γιὰ χάρη τῆς δικαιοσύνης.

Μὲ θέα τὸν τάφο ὅμως βρίσκονταν καὶ δυὸ ἀκόμα ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦσαν τὸν Κύριο καὶ παρακολουθοῦσαν μὲ μεγάλη προσοχὴ τίς ἐνέργειες τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Νικόδημου. Προετοιμάζονταν κι αὐτὲς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοὺς γιὰ μιὰ πράξη ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριο. Ἠταν οἱ δυὸ μυροφόρες γυναῖκες: ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ἡ Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωση.

«ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωση ἐθεώρουν ποὺ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ Σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία καὶ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἶνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν» (Μάρκ. ἰε’ 47, ἴστ’ 1).

Πρῶτα ἀναφέρονται δύο γυναῖκες κι ἔπειτα τρείς. Δύο ἦταν οἱ μάρτυρες γιὰ ὅλα ὅσα ἔγιναν στὸ Γολγοθᾶ, ποὺ εἶδαν τοὺς κρυφοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ νὰ κατεβάζουν τὸ νεκρὸ σῶμα του ἀπὸ τὸ σταυρό. Μετὰ εἶδαν ὅλα ὅσα ἔκαναν στὸ νεκρὸ σῶμα καί, αὐτὸ ποὺ τίς ἐνδιέφερε περισσότερο, εἶδαν τὸν τάφο ὅπου τὸν τοποθέτησαν. ‘Ἀλήθεια, πόση χαρὰ θὰ ἔνιωθαν ἂν μποροῦσαν νὰ τρέξουν καὶ νὰ βοηθήσουν τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ Νικόδημο γιὰ νὰ ξεπλύνουν τὸ ἅγιο σῶμα του ἀπὸ τὰ αἵματα, νὰ καθαρίσουν τίς πληγές Του, νὰ ἰσιώσουν τὰ μαλλιά Του, νὰ σταυρώσουν τὰ χέρια Του, νὰ δέσουν τὸ μαντήλι γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι Του καὶ νὰ τυλίξουν ὅλο τὸ σῶμα Του μὲ τὸ σεντόνι! Ὅμως οὔτε τὸ ἔθιμο οὔτε κι ὁ νόμος ἐπέτρεπε νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ μαζὶ μὲ ἄντρες. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ πήγαιναν ἀργότερα νὰ τὰ κάνουν ὅλα μόνες τους, καὶ κυρίως γιὰ ν’ ἀλείψουν τὸν Κύριο μὲ ἀρώματα. Μαζί τους ἀργότερα θὰ πήγαινε κι ἡ τρίτη μυροφόρα, ἡ φίλη τους. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ τίς ἔδεσε ὅλες μὲ φιλία.

Ποιὲς ἦταν οἱ γυναῖκες αὐτές; Τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ τὴν ξέρουμε. Ἠταν ἡ Μαρία ἐκείνη ποὺ ὁ Κύριος τὴ θεράπευσε, τῆς ἔβγαλε ἑπτὰ δαιμόνια ἀπὸ μέσα της.

Ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσὴ κι ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἦταν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ἡ Σαλώμη ἦταν σύζυγος τοῦ Ζεβεδαίου, ἡ μητέρα τῶν ἀποστόλων Ἰακώβου καὶ Ἰωάννη.

Τί μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες αὐτὲς καὶ στὴν Εὔα! Αὐτὲς ἔτρεξαν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ νὰ ὑπακούσουν τὸ νεκρὸ Κύριο, ἐνῶ ἡ Εὔα δὲν ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Ζῶντα Κύριο! Ἐκεῖνες φάνηκαν ὑπάκουες στὸ Γολγοθᾶ, στὸν τόπο τοῦ ἐγκλήματος, τῆς κακίας καὶ τῆς αἱματοχυσίας, ἐνῶ ἡ Εὔα ἔκανε παρακοὴ μέσα στὸν παράδεισο!

«Καὶ λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου» (Μάρκ. ἴστ’2). Σ’ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ἦταν ἡ πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδας ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἡ ἑπόμενη μέρα τοῦ Σαββάτου, συμφωνοῦν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές. Ὁ Μάρκος τὸ ξεκαθαρίζει καλύτερα: «καὶ διαγενομένου τοῦ Σαββάτου…» (Μάρκ. ἴστ’ 1), ἀφοῦ εἶχε περάσει τὸ Σάββατο. Ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς συμφωνοῦν πῶς ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολὺ πρωὶ τὴν Κυριακή. Συμφωνοῦν ἐπίσης πῶς οἱ γυναῖκες πῆγαν στὸν τάφο τοῦ Κυρίου πολὺ νωρὶς τὸ πρωί. Ὁ Μάρκος στὸ εὐαγγέλιό του φαίνεται πῶς τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ μεταφέρει λίγο ἀργότερα, γιατί λέει ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.

Εἶναι πολὺ πιθανὸ οἱ γυναῖκες νὰ πηγαν στὸν τάφο ἀρκετὲς φορές, τόσο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ νεκρὸ Κύριο, ὅσο κι ἀπὸ φόβο, μήπως οἱ ἐχθροί Του ἔρθουν καὶ βεβηλώσουν τὸν τάφο καὶ τὸ ἴδιο Του τὸ σῶμα. “Ὅπως λέει ὁ Ἱερώνυμος στὸ σχόλιό του στὸ κατὰ Ματθαῖον, «πηγαινοέρχονταν μὲ ἀνυπομονησία, δὲν ἤθελαν νὰ ἀπομακρυνθοῦν γιὰ πολὺ ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Κυρίου». Ἴσως ἐδῶ ὁ Μάρκος νὰ μὴ μιλάει γιὰ τὸν αἰσθητὸ ἥλιο ἀλλὰ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη, «καὶ ἀνατελεῖ ὑμῖν… ἥλιος δικαιοσύνης» (Μαλαχ. Δ’ 2), ἀναφερόμενος στὸ Μεσσία. Ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης εἶχε ἤδη ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν τὴν πρωινὴ ὥρα ποὺ οἱ μυροφόρες πῆγαν στὸν τάφο. Ὅπως ὁ Ἥλιος αὐτὸς ἔλαμψε πολὺ προτοῦ δημιουργηθεῖ καὶ αἰσθητὸς ἥλιος, ἔτσι καὶ τώρα, στὴ δεύτερη δημιουργία, στὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου, ἔλαμψε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία προτοῦ ἀνατείλει στὴ γῆ καὶ αἰσθητὸς ἥλιος.

«Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτές τις ἀποκυλίσει ἡμῖν τον λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» (Μάρκ. ἴστ’ 3). Καθὼς οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀνέβαιναν πρὸς τὸ Γολγοθᾶ, συζητοῦσαν μεταξύ τους τὸ πρόβλημα αὐτό. Ποιός θὰ κυλίσει τὴ βαριὰ πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου; Ὅλα ἔδειχναν πὼς δὲν περίμεναν κάτι ἀναπάντεχο. Τὰ γυναικεῖα χέρια δὲν ἦταν δυνατὰ γιὰ νὰ σπρώξουν τὴ βαριὰ πέτρα καὶ νὰ ἐλευθερώσουν τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου. Κι ὁ λίθος ἦταν μέγας σφόδρα.

Καημένες γυναῖκες! Δὲ θυμήθηκαν πῶς τὸ ἔργο ποὺ πήγαιναν μὲ τόσο ζῆλο καὶ σπουδὴ νὰ κάνουν στὸν τάφο, εἶχε ἤδη συντελεστεῖ ὅσο ζοῦσε ὁ Κύριος. Στὸ δεῖπνο ποὺ παρέθεσε στὸν Κύριο στὴ Βηθανία ὁ Σίμων ὁ Λεπρός, κάποια γυναῖκα ἔχυσε στὸ κεφάλι τοῦ Χριστοῦ ἕνα πολύτιμο μύρο. Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶπε τοτε γιὰ τὴ γυναῖκα αὐτή: «Βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι μὲ ἐποίησεν» (Ματθ. κστ’ 12). Προγνώριζε μὲ ἀκρίβεια ὅτι τὸ σῶμα Του δὲ θὰ δεχόταν κανένα ἄλλο ἄρωμα στὸ θάνατό Του. Ἴσως διερωτηθείς: Γιατί τότε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἄφησε τίς ἀφοσιωμένες αὐτὲς γυναῖκες ν’ ἀπογοητευτοῦν τόσο πολύ; Πῆγαν ν’ ἀγοράσουν τὸ πολύτιμο μύρο, ἦρθαν φοβισμένες μέσα στὴ νύχτα στὸ μνημεῖο καὶ στὸ τέλος νὰ μὴν ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον αὐτό, ποὺ μὲ τόση ἀγάπη καὶ θυσία εἶχαν προετοιμάσει; Μήπως ὅμως ἡ θεία αὐτὴ πρόνοια δὲν ἀποζημίωσε τίς προσπάθειές τους μ’ ἕναν ἀσύγκριτα πλουσιότερο τρόπο κι ἀντὶ νὰ δοὺν νεκρὸ τὸν Κύριο τὸν εἶδαν ζωντανό;

«Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσαν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἢν γὰρ μέγας σφόδρα. καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκoν καθήμενον ἐν τοῖς δεξιούς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν» (Μάρκ. ἴστ’ 4-5). Ὅταν ὁ Μωυσῆς ἔφτασε μέ το λαό του στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα, ἀντιμετώπισε μιᾷ δυσκολίᾳ, ἕνα μεγάλο πρόβλημα. Πῶς θὰ ἄνοιγε δρόμο στὴ θάλασσα, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε; Μόλις ὅμως κραύγασε γιὰ βοήθεια στὸ Θεὸ καὶ θάλασσα χώρισε στὰ δύο κι ὁ δρόμος ἄνοιξε. Τὸ ἴδιο ἔγινε τώρα μὲ τίς Μυροφόρες. Προβληματισμένες πολὺ ἔντονα γιά το ποιός θὰ κυλίσει τὴ μεγάλη πέτρα, κοίταξαν καὶ εἶδαν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος. Ἡ πέτρα εἶχε μετακινηθεῖ κι ἐκεῖνες μπῆκαν ἀμέσως μέσα στὸ μνημεῖο. Μὰ ποὺ πῆγαν οἱ στρατιῶτες ποὺ φρουροῦσαν τὸν τάφο; Αὐτοὶ δὲν ἀποτελοῦσαν μεγαλύτερο ἐμπόδιο γιὰ νὰ μποῦν στὸ μνημεῖο, ἀπὸ τὴ βαριὰ πέτρα; Ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ φρουροὶ εἴτε κείτονταν στὴ γῆ μισοπεθαμένοι ἀπὸ τὸ φόβο, εἴτε εἶχαν δραπετεύσει πρὸς τὴν πόλη γιὰ νὰ διηγηθοῦν μὲ τρεμάμενη φωνὴ στοὺς ἀνθρώπους αὐτὰ ποὺ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδὰμ ὼς τότε δὲν εἶχαν ἀκούσει ἀνθρώπινα αὐτιά. Δὲν ὑπῆρχε κανένας στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ τίς ἐμποδίσει, κανένας καὶ τίποτα στὴν εἴσοδο. Ὑπῆρχε κάποιος ὅμως μέσα στὸ μνημεῖο. Κάποιος ποὺ τὸ πρόσωπό του ἦταν «ὼς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιῶν» (Ματθ. κή’ 3). Ἠταν ἕνας νέος ἄντρας. Ἦταν πραγματικὰ ἄγγελος τοῦ Θεου. Οἱ γυναῖκες φοβήθηκαν κι ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ (βλ. Λουκ. κδ’ 5). Εἶναι φοβερὸ νὰ βλέπει κανεὶς τὴ μορφὴ ἑνὸς οὐράνιου ἀγγελιαφόρου τοῦ Θεοῦ, ἐκείνου ποὺ ἔφερε τίς πιὸ ὑπερφυσικὲς καὶ χαρμόσυνες εἰδήσεις στὴ γῆ, ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ἐκπεσμένος ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ περιπλανιέται μακριὰ ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ὁ Ματθαῖος λέει πῶς ὁ ἄγγελος καθόταν πάνω στὴν πέτρα ποὺ εἶχε κυλίσει ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου, ἐνῶ ὁ Μάρκος πῶς ὁ ἄγγελος ἦταν μέσα στὸ μνημεῖο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὅμως δὲν ἔχει καμιὰ ἀντίθεση. Ἴσως οἱ γυναῖκες εἶδαν πρῶτα τὸν ἄγγελο πάνω στὴν πέτρα κι ἔπειτα ἄκουσαν τὴ φωνή του μέσα στὸ μνημεῖο. Ὁ ἄγγελος δὲν εἶναι κάτι ὑλικὸ καὶ ἀκίνητο. Μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ καὶ ὁπουδήποτε. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει δύο ἀγγέλους, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος κι ὁ Μάρκος ἕναν, δὲν πρέπει νὰ φέρει σὲ σύγχυση τοὺς πιστούς. Ὅταν γεννήθηκε ὁ Κύριος στὴ Βηθλεέμ, ἕνας ἄγγελος ἐμφανίστηκε ξαφνικὰ στοὺς ποιμένες κι ἐκεῖνοι «ἔφοβήθησαν φόβον μέγαν» (Λουκ. β’ 9). Πολὺ σύντομα μετά, «ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεόν» (Λουκ. β’ 13). Στὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου στὸ Γολγοθᾶ ἴσως παρευρίσκονταν λεγεῶνες ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Γιατί πρέπει νὰ ἐκπλαγοῦμε ἂν οἱ Μυροφόρες εἶδαν τὴ μιὰ φορὰ ἕναν ἄγγελο καὶ τὴν ἄλλη δύο;

«Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς: μὴ ἔκθαμβεῖσθε· ‘Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον ἠγέρθῃ, οὐκ ἔστιν ὧδε ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. ἀλλ’ ὑπάγετε, εἴπατε τους μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν» (Μάρκ. Ἴστ’ 6-8).

Ὁ ἀστραπόμορφος ἄγγελος τοῦ Θεοῦ φροντίζει πρῶτα νὰ ἠρεμήσει τίς γυναῖκες ἀπό το φόβο καὶ τὸν τρόμο τους. Ἤθελε νὰ τίς προετοιμάσει γιὰ τὰ καταπληκτικὰ νέα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Ἡ πρώτη ἔκπληξη γιὰ τίς γυναῖκες ἦταν ὅταν εἶδαν τὸ μνημεῖο ἀνοιχτό. Μετὰ ἡ ἔκπληξή τους μεταβλήθηκε σὲ τρόμο ὅταν, ἀντὶ γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ γύρευαν, εἶδαν αὐτὸν ποὺ δὲν περίμεναν.

Ὁ ἄγγελος εἶπε στὶς γυναῖκες μὲ σιγουριά: Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον. Γιατί μίλησε ἔτσι; Γιὰ νὰ τίς στερήσει ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία καὶ σύγχυση γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ εἶχε ἀναστηθεῖ. Ὁ ἄγγελος μιλάει πολὺ συγκεκριμένα τόσο γιὰ τὶς ἴδιες τὶς γυναῖκες ὅσο καὶ γιὰ τίς μελλούμενες γενιές. Μὲ τὴν ἴδια πρόθεση ὁ ἄγγελος τοὺς δείχνει τὸ καινὸ μνημεῖο. Ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ ἄγγελος ἦταν πλεονασμός. Οἱ γυναῖκες εἶχαν δεῖ οἱ ἴδιες μὲ τὰ μάτια τους αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε ὁ ἄγγελος. Δὲ γινόταν τὸ ἴδιο ὅμως μὲ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπίσης ὁ Κύριος πέθανε κι ἀναστήθηκε. Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε. Ὁ οὐράνιος ἀγγελιαφόρος πρόφερε μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ τρόπο τὴν συγκλονιστικότερη εἴδηση ποὺ ἀκούστηκε ποτὲ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε. Γιὰ τίς ἀθάνατες χορεῖες τῶν ἀγγέλων ἡ συγκλονιστικότερη εἴδηση ἦταν ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου, ὄχι ἡ ἀνάστασή Του. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὰ πράγματα ἦταν ἀντίθετα.

Μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ὁ ἄγγελος εἶπε στὶς γυναῖκες νά μεταφέρουν τὴ χαρμόσυνη εἴδηση στοὺς ἀποστόλους καί το Πέτρῳ. Γιατί καί το Πέτρῳ; Σίγουρα ἐπειδὴ ὁ Πέτρος ἔνιωθε περισσότερο ταραγμένος ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητές. Ἡ συνείδησή του πρέπει νὰ τὸν ἐνοχλοῦσε ἐπειδὴ πρόδωσε τρεῖς φορὲς τὸν Κύριο καὶ στὸ τέλος ἔφυγε μακριά Του. Ἡ ἀφοσίωση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο ἦταν οἱ πιὸ στενοὶ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, θὰ πρέπει νὰ ἔκανε πιὸ εὐαίσθητη τὴ συνείδηση τοῦ Πέτρου. Ὁ Ἰωάννης δὲν εἶχε φύγει. Παρέμεινε κάτω ἀπό το σταυρὸ τοῦ σταυρωμένου Κυρίου του. Κοντολογίς, ὁ Πέτρος πρέπει νὰ ἔνιωθε προδότης τοῦ Κυρίου καὶ θὰ αἰσθανόταν ἄβολα στὴ συντροφιὰ τῶν ἀποστόλων, κυρίως μπροστὰ στὴν Παναγία Μητέρα Του.

Ἡ πίστη τοῦ Πέτρου δὲ φάνηκε σταθερὴ σὰν πέτρα. Ἡ διστακτικότητα καὶ ἡ δειλία του τὸν ἔκαναν νὰ νιώθει περιφρονημένος στὰ ἴδια του τὰ μάτια. Εἶχε ἀνάγκη νὰ σταθεῖ ξανὰ στὰ πόδια του, ν’ ἀνακτήσει τὴν ὑπόληψή του ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς ἀπόστολος. Ὁ Κύριος, ποῦ ἀγαπᾷ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀκριβῶς αὐτὸ ἔκανε τώρα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ ἄγγελος ἔκανε εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸν Πέτρο.

Γιατί ὁ ἄγγελος μίλησε γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στὴ Γαλιλαία κι ὄχι γιὰ τίς ἄλλες ἐμφανίσεις Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ στὰ περίχωρα, ποὺ θὰ γίνονταν νωρίτερα; Ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Γιατί ἡ Γαλιλαία ἦταν περισσότερο εἰδωλολατρικὴ κι ὄχι ἰσραηλιτικὴ περιοχή. Ἡ θέληση τοῦ Κυρίου λοιπὸν ἦταν νὰ ἐμφανιστεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ δείξει στοὺς μαθητὲς τὸ δρόμο τοῦ εὐαγγελίου Του, τὸ βασικὸ χῶρο ὅπου ἔπρεπε νὰ δραστηριοποιηθοῦν γιὰ νὰ ἱδρύσουν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Κι ἄλλος ἕνας λόγος ἦταν ἐπειδὴ στὴ Γαλιλαία θὰ ἔνιωθαν ἐλεύθεροι, ὄχι ὅπως στὴν Ἱερουσαλὴμ ποὺ ζοῦσαν μὲ φόβο. Ὄχι στὸ σκοτάδι ἢ στὸ μεσόφωτο, ἀλλὰ στὸ φῶς τῆς ἡμέρας, γιὰ νὰ μὴν πεῖ κανεὶς πῶς ὁ φόβος ἔχει μεγάλα μάτια, πῶς οἱ μαθητὲς εἶδαν ζωντανὸ τὸν Κύριό τους στὴν Ἱερουσαλὴμ πάνω στὸν πανικό τους καὶ μὲ τὴν πίεση τοῦ φόβου τους. Καὶ τελικὰ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στὴ Γαλιλαία χωρὶς ν’ ἀναφέρει τίποτα γιὰ τίς ἐμφανίσεις Του στὴν Ἱερουσαλήμ, γιὰ ν’ ἀφαιρέσει τὰ ὅπλα ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀπίστων, ποὺ διαφορετικὰ θὰ ἰσχυρίζονταν πῶς οἱ ἀπόστολοι εἶχαν δεῖ κάποιο φάντασμα, ἐπειδὴ περίμεναν μὲ μεγάλη ψυχικὴ ἀγωνία νὰ τὸν δούν. Λέει ὁ Νικηφόρος: «Γιατί ὁ ἄγγελος μιλάει εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐμφάνισή του στὴ Γαλιλαία; Ἐπειδὴ ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία. Ἐκεῖ ὁ Κύριος δὲν ἐμφανίστηκε σὲ κάποιο σπίτι μὲ κλειδωμένες τίς πόρτες, ἀλλὰ σ’ ἕνα βουνό, ὁρατὸς ἀπὸ ὅλους. Οἱ μαθητὲς μέ το ποὺ τὸν εἶδαν ἐκεῖ τὸν προσκύνησαν. Ἐκεῖ παρουσιάστηκε δυναμικὰ μπροστά τους καὶ τοὺς ἀποκάλυψε γιὰ τὴν ἐξουσία ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Πατέρας Του. «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανὸ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κή’ 18). «Μετὰ τὸ ἐγερθῆναι μὲ προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν» (Μάρκ. ἴδ’ 28), εἶχε πεῖ ὁ Κύριος. Ὡς Νικητής, δηλαδή, θὰ προπορευτῶ στὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο καὶ σεῖς θὰ μὲ ἀκολουθήσετε. Ὁπουδήποτε κι ἄν σᾶς ὁδηγήσει τὸ Πνεῦμα γιὰ νὰ κηρύξετε, κοιτᾶξτε Με, θὰ βρίσκομαι μπροστά σας. Θὰ προπορεύομαι γιὰ νὰ σᾶς ἀνοίγω το δρόμο.

«Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγαν ἀπὸ τοῦ μνημείου εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γάρ» (Μάρκ. ἴστ’ 8). Οἱ Μυροφόρες τὰ εἶχαν χάσει. Ποὺ βρίσκονταν, στὸν οὐρανὸ ἢ στὴ γῆ; Μὲ ποιόν μιλοῦσαν; Τί ἄκουσαν; Τέτοια πράγματα οὔτε στὸν ὕπνο τους δὲν τὰ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι. Μὰ αὐτὸ ποὺ βλέπουν καὶ ἀκοῦν τώρα δὲν εἶναι ὄνειρο, εἶναι ἀληθινό. Ἀπ’ ὅλα ὅσα ἔγιναν, προκύπτει πῶς ζοῦσαν μιὰ πραγματικότητα.

Τί εὐλογημένος εἶναι ὁ φόβος κι ὁ τρόμος ποὺ νιώθει ὁ ἄνθρωπος ὅταν βλέπει ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανούς, ὅταν ἀκούει μιὰ χαρούμενη φωνὴ ἀπὸ τὴν ἀληθινή, ἀθάνατη καὶ ποθεινὴ πατρίδα του! Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα νὰ δεὶς ἕναν ἀθάνατο ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, οὔτε ν’ ἀκούσεις μιᾷ φωνῇ ποὺ βγαίνει ἀπὸ ἀθάνατα χείλη. Πιὸ εὔκολα ἀντέχεις νὰ δεῖς τὸ πρόσωπο καὶ ν’ ἀκούσεις τὸν ὀρυμαγδὸ ὁλόκληρου τοῦ φθαρτου σύμπαντος, παρὰ νὰ δεῖς τὸ πρόσωπο καὶ ν’ ἀκούσεις τὴ φωνὴ κάποιου ἀθάνατου ὄντος ποὺ δημιουργήθηκε πρὶν ἀπὸ τὸ σύμπαν, ποὺ τὸ κάλλος του εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀνοιξιάτικη αὐγή. Ὅταν ὁ προφήτης Δανιήλ, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου, μονολόγησε: «Οὐχ ὑπελείφθη ἕν ἐμοί ἰσχύς, καὶ ἡ δόξα μου μετεστράφῃ εἰς διαφθοράν, καὶ οὐκ ἐκράτησα ἰσχύος… ἤμην κατανενυγμένος, καὶ τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν» (Δανιήλ, ἰ’ 8,9).

Πῶς λοιπὸν νὰ μὴν τίς πιάσει φόβος καὶ τρόμος τίς ἀδύναμες γυναῖκες; Πῶς νὰ μὴ φύγουν γρήγορα ἀπὸ τὸ μνημεῖο; Πῶς θὰ μποροῦσαν ν’ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους καὶ νὰ μιλήσουν; Μὲ τὰ λόγια νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ εἶδαν; Κύριε, ἡ δόξα Σου εἶναι ἀνέκφραστη! Ἐμεῖς οἱ θνητοὶ ἄνθρωποι εὐκολότερα μποροῦμε νὰ τὴν ἐκφράσουμε μὲ τὴ σιωπὴ καὶ τὰ δάκρυά μας παρὰ μὲ λόγια.

Καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γάρ. Δὲν εἶπαν τίποτα στὸ δρόμο, σὲ κανέναν. Δὲ μίλησαν σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ, σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα Του, οὔτε σ’ ὁλόκληρη τὴν Ἱερουσαλὴμ ποῦ συμφώνησε μαζί τους. Μίλησαν ὅμως στοὺς ἀποστόλους. Οὔτε τόλμησαν μὰ οὔτε καὶ μποροῦσαν νὰ μήν τοὺς ποῦν τὰ νέα, ἀφοῦ ἔτσι τίς πρόσταξε ὁ ἀθάνατος ἄγγελος. Πῶς μποροῦσαν νὰ μὴν ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ; Εἶναι σαφὲς λοιπόν, πῶς οἱ γυναῖκες μίλησαν σ’ ἐκείνους ποὺ ἔπρεπε (βλ. Λουκ. κδ’ 10) καὶ πῶς δὲν εἶπαν τίποτα σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔπρεπε, τοὺς ὁποίους φοβοῦνταν.

Ἔτσι τέλειωσε ἡ ἐπίσκεψη ποὺ ἔκαναν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες στὸ μνημεῖο τοῦ Χριστοῦ τὸ πρωὶ τῆς ‘Ἀνάστασης. Τὰ φτωχά τους μύρα, ποῦ σκόπευαν νὰ χρησιμοποιήσουν γιὰ νὰ συντηρήσουν ἀπὸ τὴ φθορὰ Ἐκεῖνον ποὺ τηρεῖ τοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ τὸν ἀφανισμό, νὰ μυρώσουν Αὐτὸν ποὺ χαρίζει στοὺς οὐρανοὺς τὸ ἄρωμὰ Τοῦ, ἔμειναν στὰ χέρια τους.

Κύριε, εἶσαι τὸ μόνο ἄρωμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης στὴν ἱστορία του. Πόσο πλούσια καὶ θαυμαστὰ ἀποζημιώνεις τίς ἀφοσιωμένες ψυχὲς ποὺ δὲ σὲ ξέχασαν νεκρὸ μέσα στὸ μνῆμα Σου!

Ἔκανες τίς Μυροφόρες γυναῖκες φορεῖς τοῦ ἀγγέλματος τῆς Ἀνάστασης καὶ τῆς δόξας Σου. Δὲν ἔχρισαν τὸ νεκρό Σου σῶμα: ‘Ἐσὺ ἔχρισες τίς ζωντανὲς ψυχές τους μὲ τὸ μύρο τῆς χαρᾶς. Ἐκεῖνες ποὺ θρηνοῦσαν τὸ νεκρὸ Κύριο, ἔγιναν χελιδόνια τῆς καινούργιας ἄνοιξης, ἅγιοι στὴν οὐράνια βασιλεία Σου.

Ἀναστημένε Κύριε, μὲ τίς προσευχές τους ἐλέησέ μας, σῶσε μας, ὥστε νὰ σὲ δοξάζουμε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα τώρα καὶ πάντα καὶ τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

You may also like

WP Radio
WP Radio
OFFLINE LIVE
elGreek
-
00:00
00:00
Update Required Flash plugin
-
00:00
00:00